MythologyMythologyDocumentariesFestivalspersonswarsBeutiful HellasArtFun
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαιοελληνική αγγειογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαιοελληνική αγγειογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20.3.17

Λήκυθος

Αρχαιοελληνική αγγειογραφία


Η λήκυθος (ή ληκύθιον) ήταν ένα αγγείο με μία λαβή, στενό λαιμό, βαθύ στόμιο και κυλινδρικό συνήθως σώμα. Χρησίμευε κυρίως για τη φύλαξη των αρωματικών ελαίων των γυναικών και των αθλητών. Επίσης χρησιμοποιήθηκαν ως δοχεία προσφοράς του λαδιού στους νεκρούς (λευκές λήκυθοι) ή ως σήματα σε τάφους.

Οι αναπαραστάσεις που είχαν ήταν συχνά σκηνές καθημερινών δραστηριοτήτων ή τελετουργιών. Χρησίμευαν συχνά σε επικήδειες τελετουργίες, και γι'αυτό είχαν επίσης απεικονίσεις επικήδειων ιεροτελεστιών, σκηνές απώλειας, αποχωρισμού ή και αναχώρησης. Οι απεικονίσεις αυτές είναι συνήθως περιληπτικές και λιτές στην εμφάνιση. Η διακόσμηση του κεραμικού αγγείου αποτελείται από απαλό ερυθρό και μαύρο χρώμα. Πιστεύεται ότι τα χρώματα αυτά προέρχονται από την εποχή του χαλκού, αλλά πρωτοχρησιμοποιήθηκαν το 530 π.Χ. στην Αθήνα.

Οι λήκυθοι διαιρούνται σε πέντε τύπους:
Η τυποποιημένη ή κυλινδρική λήκυθος, μεγέθους μεταξύ 30 και 50 εκατ., μερικές φορές μέχρι 1 μ
Η κορινθιακής προελεύσεως λήκυθος Δηιάνειρα, ωοειδούς σχήματος με στρογγυλό ώμο και γενικά μικρού μεγέθους (20 εκατ.)
Η δευτεροβάθμια ή λήκυθος ώμων, με λευκή διακόσμηση και μέγεθος περίπου 20 εκ.
Η κοντόχοντρη λήκυθος, συνήθως μικρότερη από 20 εκατ. στο ύψος με μια στρογγυλευμένη κοιλιά και μια επίπεδη βάση
Η σπανιότερη βελανιδόμορφη λήκυθος, ωοειδούς μορφής
Οι τρεις βασικοί τύποι είναι:
α) Κυλινδρικοί λήκυθοι. Ο ώμος ξεχωρίζει από το κυλινδρικό σώμα.

β) Παραλλαγή των κυλινδρικών ληκύθων είναι οι λήκυθοι τύπου Διηάνειρας με ενιαία καμπύλη από το λαιμό μέχρι τη βάση.


γ) Αρυβαλλόσχημοι λήκυθοι. Το σώμα είναι κοντόχοντρο, ο ώμος δεν είναι ευδιάκριτος και έχουν επίπεδη βάση.

Αρύβαλλος

Αρχαιοελληνική αγγειογραφία


Ο Αρύβαλλος ήταν ένα μικρό φιαλίδιο με ύψος μέχρι 10 εκατοστά. Ήταν από τα πιο φημισμένα αγγεία με παραστάσεις που κάλυπταν μια ζώνη περίπου 5 εκατοστών. Το σχήμα του αγγείου πρωτοεμφανίστηκε περίπου στα 720 π.Χ. στην Κόρινθο. 

Το σχήμα του αρύβαλλου προήλθε αρχικά από τους οινοχόους της Γεωμετρικής περιόδου του 9ου αιώνα π.Χ., ένα σφαιροειδούς σχήματος δοχείου το οποίο χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση κρασιού. Με την άφιξη της πρωτοκορινθιακής περιόδου του 8ου αιώνα π.Χ., είχε πλέον καθιερωμένα χαρακτηριστικά ως προς το σχήμα του, από το σφαιροειδές προς το κωνοειδές, και τελικά καταλήγωντας στο σφαιροειδές. Η χαρακτηριστική αυτή μορφή του έχει ένα ευρύ, επίπεδο στόμιο, και μια μικρή λαβή.

Μερικές από τις ύστερες ποικιλίες, έχουν καμπανόσχημα στόμια, μια επιπρόσθετη λαβή, ή/και μια επίπεδη βάση. Οι αγγειοπλάστες επίσης συνήθιζαν να πειραματίζονται δημιουργικά με διάφορα σχήματα με τους αρύβαλλους.

Πιθανόν να προέρχεται από τα φλασκιά της Ανατολής που είχαν μακρύτερο λαιμό, αλλά χρησιμοποιούνταν για τον ίδιο λόγο, τη φύλαξη αρωματικών ελαίων. Ένα προϊόν πολυτελείας χρειάζεται και το ανάλογο αγγείο, γι' αυτό και η κατασκευή του αγγείου και η διακόσμησή του ήταν ιδιαίτερα επιμελημένη. Διακρίνονται διάφοροι τύποι αρύβαλλων.
Ο μικροσκοπικός αυτός αρύβαλλος καταλήγει σε γυναικείο κεφάλι, μοτίβο αρκετά συνηθισμένο στην αγγειοπλαστική. Το αρκετά προσεγμένο ανατομικά πρόσωπο πλαισιώνεται από τα ίσια μαλλιά που πέφτουν στους ώμους του αγγείου.

Χωρίζεται σε τρεις ζώνες. Η ζώνη της βάσης είναι διακοσμημένη με ακτίνες. Στη δεύτερη, την κεντρική, στη μια όψη εικονίζονται δύο γίδες να στέκονται η μια εναντίον της άλλης κεφάλι με κεφάλι· στην πίσω πλευρά μια άλλη γίδα βόσκει. Οι λεπτομέρειες των ζώων αποδίδονται με εγχάραξη. Η τρίτη ζώνη είναι διακοσμημένη με μπουμπούκια  λωτού.

Κορινθιακός σφαιρικός αρύβαλλος

Το αγγείο έχει στρογγυλό σώμα με επίπεδο πυθμένα, και στο άκρο του δακτυλίου βάσης αυλάκια. Με μικρό λαιμό, μεγάλο επίπεδο χείλος και μια στενή λαβή. Η διακόσμηση είναι σε ελαφρώς στιλπνό καφέ έως μαύρο γάνωμα, με κάποιες λεπτομέρειες εγχάρακτες.
Στην κύρια ζώνη απεικονίζεται το πλοίο του Οδυσσέα καθώς περνά από τις Σειρήνες. Ο Οδυσσέας είναι δεμένος στο κατάρτι, ενώ πάνω από το σκάφος πετούν δύο πουλιά. Μπροστά στα δεξιά είναι βράχια στα κάθονται δύο σειρήνες με υψωμένα τα φτερά.

Αττικός σφαιρικός αρύβαλλος
Το σχήμα τους μοιάζει με κείνο της αρυβαλλόσχημης ληκύθου (δες πιο πάνω) με κύρια διαφορά τον πολύ χαμηλό λαιμό.
Εικονίζεται ένας γιατρός ο οποίος με ένα μαχαίρι κάνει τομή στη φλέβα του δεξιού αγκώνα ενός νέου.


Αλάβαστρο

Αρχαιοελληνική αγγειογραφία


Το αλάβαστρο ήταν ένα επίμηκες αγγείο με κυλινδρική βάση, στενό λαιμό που κατέληγε σε μικρό άνοιγμα, καθιστώντας το κατάλληλο για τη μεταφορά αρωμάτων. Δεν είχε λαβές, αλλά μερικές φορές φέρει τοξωτές οπές στις οποίες περνούσε λουρί ή «ώτα» (αυτιά). 

Κατασκευαζόταν από διάφορα υλικά, όπως πηλό, γυαλί, αλάβαστρο κ.ά.
Τα κορινθιακά κεραμικά αλάβαστρα διέθεταν παχύ χείλος και στενό λαιμό. Τα αττικά διέθεταν ευρύ χείλος με υψηλό λαιμό.

Το όνομα αλάβαστρον προέρχεται πιθανώς από την αιγυπτιακή λέξη α λα Μπαστ, που σημαίνει «δοχείο της Εμπάστ» (θεά). Το αλάβαστρον χρησιμοποιείτο από γυναίκες, κυρίως για την αποθήκευση αρωματικών ελαίων, όπως τουλάχιστον μαρτυρείται στις αγγειογραφικές σκηνές. Εισήχθη κατά τα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα και εξαφανίστηκε από το προσκήνιο κατά τα τέλη του 5ου π.Χ. αι. Η σκηνή που διακοσμεί το αγγείο καλύπτει περιμετρικά το σώμα, ενώ μερικές φορές είναι κοσμημένο μόνο με ανθέμιο. Το ύψος του ποικίλλει από 15-20 εκ.

Επίνητρον ή όνος

Αρχαιοελληνική αγγειογραφία


Το επίνητρο (αλλιώς όνος) ήταν στην αρχαιότητα ένα ημικυλινδρικό ένα σκεύος ξύλινο ή πήλινο που το τοποθετούσαν οι γυναίκες στο γόνατο (μηρό) και χρησίμευε για το γνέσιμο του μαλλιού. Βοηθούσε σ' αυτό η λεπιδωτή του επιφάνεια.
Τα επίνητρα που έχουν βρεθεί πρόερχονται από τάφους και ιερά της Αττικής, της Βοιωτίας, της Ερέτριας και της Ρόδου και χρονολογούνται από τα μέσα του 6ου μέχρι το τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα. Είναι πήλινα, πιθανολογείται όμως ότι αυτά δεν είχαν πρακτική χρήση αλλά τα πρόσφεραν ως γαμήλια δώρα στη νύφη ή αποτελούσαν κτερίσματα σε νεκρές γυναίκες ενώ αυτά που χρησμοποιούνταν κατασκευαζόταν κυρίως από ξύλο, μέταλλο ή κάποια άλλη σκληρότερη ύλη. 

Στις πλευρές, σε μικρές ζωφόρους, άλλα είχαν μελανόμορφες σκηνές από την μυθολογία και άλλα ερυθρόμορφες παραστάσεις από την καθημερινή οικιακή ζωή των γυναικών. Ορισμένα στο σημείο που καλύπτουν το γόνατο είχαν μια ανάγλυφη γυναικεία κεφαλή, πιθανόν της Αφροδίτης.

Λουτροφόρος

Αρχαιοελληνική αγγειογραφία


Τελετουργικό αγγείο της αρχαιότητας. Έφερε στοιχεία αμφορέα ή υδρίας, αν και ξεχώριζε για τις λεπτές αναλογίες του σώματος και τον επιμήκη λαιμό του. Το χρησιμοποιούσαν είτε για το γαμήλιο λουτρό είτε ως επιτύμβιο σήμα σε τάφους ανύπαντρων, με τις επιτύμβιες λ. να κατασκευάζονται και από μάρμαρο. 

Στο σώμα τους έφεραν παραστάσεις από την τελετή του γάμου ή του λουτρού που γινόταν την παραμονή του γάμου και ονομαζόταν λουτροφορία. Ένας νέος ή μία νέα από τους συγγενείς των μελλόνυμφων πήγαινε και έπαιρνε νερό με μία λ. από την πηγή ή τον ποταμό της πόλης και το έφερνε για λουτρό. Ύστερα από αυτή την τελετή, η λ. προσφερόταν ως δώρο στη νύφη.

Η λουτροφόρος είναι ένα αγγείο σχήματος ωοειδούς με υψηλό λαιμό σε σχήμα χοάνης και δύο λαβές που ξεκινούν από το ανώτερο σημείο του σώματος του αγγείου και καταλήγουν στα χείλη, καλύπτοντας όλο το λαιμό. Υπάρχει και ο τύπος της λουτροφόρου-υδρίας με τρεις λαβές. Χρησίμευε για τη μεταφορά ή την αποθήκευση νερού.

Από τις εικονογραφήσεις σε αγγεία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το χρησιμοποιούσαν σε επικήδειες και αργότερα σε γαμήλιες τελετές. Στην Αττική τη χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά νερού από την κρήνη Καλλιρρόη για το γαμήλιο λουτρό.

Το σχήμα του αγγείου παραπέμπει στους αμφορείς της ύστερης γεωμετρικής περιόδου και καθώς εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου παρατηρείται μια στένωση του λαιμού.

Ο όρος λουτροφόρος είναι σύγχρονος.
Στον 5ο αιώνα συναντάμε και μαρμάρινες λουτροφόρους στα αθηναϊκά κοιμητήρια.

Γαμικός λέβης

Artifacts | Pottery of Ancient Greece / Αρχαιοελληνική αγγειογραφία


Ιδιαίτερο είδος λέβητα με λαβές ή χωρίς, ο οποίος σχετιζόταν με την τελετή και το λουτρό του γάμου.
Ο γαμικός λέβης είχε σχήμα παρόμοιο με του λέβητα, διέφερε όμως στο ότι διέθετε ευρύ υψηλό πόδι με κωνικό στήριγμα ενσωματωμένο στο κυρίως αγγείο και λαβές, οι οποίες ξεκινούσαν από τους ώμους και κατέληγαν κοντά στα χείλη του αγγείου. Είχε κάλυμμα σε σχήμα τρούλου που κατέληγε σε λαβή. Συνηθιζόταν να το φέρουν στις γαμήλιες τελετές με το νερό για το γαμήλιο λουτρό και είχε συνήθως ανάλογη διακόσμηση. Πρωτοεμφανίστηκε τον 6ο αιώνα και χρησιμοποιήθηκε μέχρι τον 4ο αιώνα. Σύμφωνα με τον Beazley ο πρώτος που διακόσμησε γαμικό λέβητα ήταν ο Σοφίλος περίπου το 580 με 570 π.Χ. αναπαριστώντας τη γαμήλια τελετή της Ελένης και του Μενέλαου.

Λέβης γαμικός, 2ος τύπος

 Αποτελεί παραλλαγή του γαμικού λέβητα και σε αντίθεση με το γαμικό λέβητα δε διέθετε βάση.

16.3.17

Πυξίδα (Kυλιχνίς)

Αρχαιοελληνική αγγειογραφία


Η πυξίδα συνήθως αποθήκευαν καλλυντικά ή αντικείμενα καλλωπισμού. Η ονομασία πυξίδα είναι ρωμαϊκή ενώ το . Ως σχήμα είναι γνωστό και από τα γεωμετρικά χρόνια.

H Πυξίδα είναι είδος της κεραμικής, της αγγειοπλαστικής και ξυλογλυπτικής τέχνης αρχικά, συνήθως στρογγυλό με ξεχωριστό καπάκι που χρησιμοποιούνταν περισσότερο από τις γυναίκες για να φυλάσσουν τα κοσμήματα και τα καλλυντικά τους. Σε μεταγενέστερες περιόδους κατασκευάζονται και από μέταλλο, φίλντισι ή άλλα υλικά.

Το όνομα προέρχεται από τα κορινθιακά κουτιά που κατασκευάζονταν από ξύλο πυξού αν και υπάρχη πιθανώς και η παλαιότερη ονομασία ελληνικό κυλιχνίς, οι αρχικές παραστάσεις απεικόνιζαν συνήθως την πομπή του γάμου από το σπίτι ενός νεαρού κοριτσιού με το νέο σύζυγό της.

Σε τέτοια αγγεία αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες υπογραφές καλλιτεχνών (Χάρης σε μια πυξίδα και Τιμωνίδας σε ένα κομψό αθηναϊκό αγγείο, με τον Αχιλλέα να περιμένει τον Τρωίλο)

Παρεμφερές αγγείο ήταν και η Πλημοχόη (ή κώθων ή εξάλειπτρον)

Υπάρχουν αρκετοί τύποι πυξίδων:

α) Η τριποδική πυξίδα με σώμα στο σχήμα κυπέλλου και τρία πόδια.

β) Με χαμηλές κυρτές πλευρές, θολωτό πώμα και χαμηλό πόδι.

γ) Με υψηλές κυρτές πλευρές, μικρό πόδι και επίπεδο κάλυμμα με λαβή.

δ) Η πουδριέρα, με κυλινδρικό σώμα, επίπεδο πώμα χωρίς λαβή.

12.3.17

Ασκός

Αρχαιοελληνική αγγειογραφία

Το όνομα του αγγείου οφείλεται στον ασκό οίνου. (Ο ασκός ήταν πρωτίστως ένα γδαρμένο δέρμα ζώου.) Το σχήμα του αγγείου ήταν ημισφαιρικό, με πιεσμένο σώμα και τοξωτή λαβή που κατέληγε στο στόμιο, το οποίο ήταν λοξό προς τα πάνω για ελεγχόμενη ροή. 
Η βάση του ήταν επίπεδη. Εμφανίστηκε στην Αττική γύρω στο 480 π.Χ., ενώ ήταν γνωστό στους ανατολικούς λαούς.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η ονομασία "ασκός" ήταν γνωστή στην Αρχαία Ελλάδα.
Δαχτυλιόσχημος ασκός



Kάνθαρος

Αρχαιοελληνική αγγειογραφία

Ένα σκεύος με πολλές παραλλαγές είναι ο κάνθαρος. Πρόκειται για ένα είδος ποτηριού που τα κυριότερα χαρακτηριστικά του είναι το λεπτό πόδι με το φαρδύ σώμα και τις δυο λαβές που ξεκινούν περίπου από τη βάση του σώματος, ξεπερνούν το ύψος των χειλιών και επιστρέφουν καμπυλωτά κοντά στο ύψος των χειλιών.

Το σχήμα του αγγείου διαμορφώθηκε κατά τη μεσοελλαδική περίοδο και θεωρείτο ήδη αρχαίο κατά την κλασική εποχή. Κατασκευάστηκε αρχικά ιδιαίτερα στη Λακωνία και Βοιωτία, και χρησιμοποιείτο ως ανάθημα, και θρησκευτικό σκεύος στην καθημερινή εξάσκηση της λατρείας στους ιδιωτικούς χώρους. Στην γεωμετρική εποχή συναντάμε κανθάρους στην Βοιωτία και Αττική ως ταφικά αναθήματα, συνήθως σε τάφους ανδρών που συχνά συνοδεύονται με ανάγλυφες παραστάσεις πολεμικού ή αθλητικού θέματος. Στη Βοιωτία συνεχίσει να χρησιμοποιείται ως ταφικό ανάθημα μέχρι και την ύστερη κλασική εποχή. Το 600 π.Χ. περίπου εξελίχθηκε το ιδιόμορφο σχήμα με τον υψηλό πόδα. Παράλληλα εξαπλώθηκε η χρήση του και στους Ετρούσκους.

Κατά την ύστερη κλασική και ελληνιστική εποχή η χρήση του συναντάται επίσης και στην καθημερινή ζωή, ενώ παραμένει συνδεδεμένο με την ανδρεία, το ανδρικό φύλλο και την λατρεία των νεκρών. Οι μεγαλύτεροι κάνθαροι που βρέθηκαν έχουν ύψος μέχρι και 50 εκατοστά και ήταν τοποθετημένοι επάνω σε τάφους. Κάνθαροι απεικονίζονται επίσης σε ανάγλυφα και αττικές αγγειογραφίες, στο χέρι του νεκρού, του θεού Διονύσου, ή κάποιου συνοδού του.

Διακρίνουμε τρεις βασικούς τύπους:
Ο κάνθαρος τύπου Α


Ο κάνθαρος τύπου Α διακρίνεται από το υψηλό πόδι, το οποίο διακρίνεται από το σώμα με ένα δακτύλιο. Το σώμα είναι βαθύ. Οι καμπυλωτές κάθετες λαβές ξεκινούν χαμηλά από το σώμα, υπερβαίνουν το ύψος του αγγείου και επανέρχονται σχηματίζοντας θηλιά, για να καταλήξουν στο χείλος. 

Ο κάνθαρος τύπου Β
Στον κάνθαρο τύπου Β οι κάθετες λαβές δεν ξεπερνούν το ύψος του αγγείου. Ξεκινούν χαμηλά από το σώμα και καταλήγουν στο χείλος. Τα κυλινδρικά τοιχώματα του σώματος κυρτώνουν στο τελείωμα του αγγείου ελαφρά προς τα έξω. Το χαμηλό πόδι συνδέεται με δακτύλιο με το σώμα και καταλήγει σε δισκοειδή βάση.

Ο κάνθαρος τύπου Γ
Οι λαβές του κάνθαρου τύπου Γ μοιάζουν με εκείνες του τύπου Α. Το βαθύ κοίλο σώμα είναι ενιαίο με το χείλος. Το χαμηλό πόδι συνδέεται με δακτύλιο με το σώμα και καταλήγει σε δισκοειδή βάση.

Μόνωτος Κάνθαρος
Ο μόνωτος κάνθαρος αποτελεί αντιγραφή ετρουσκικού "bucchero", δηλ. αγγείου που αντέγραφε αντίστοιχο μεταλλικό σχήμα. Προοριζόταν για την αγορά της Δύσης. Το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν το ψηλό πόδι, γι' αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί και κάνθαρος με ψηλό πόδι.

Κάνθαρος με πρόσωπο
Από τις πολλές παραλλαγές του αγγείου αξιοσημείωτοι είναι κάνθαροι με πρόσωπο.


Ρυτό (ρέον ή προτομή)

Αρχαιοελληνική αγγειογραφία

Το ρυτό (ρέον ή προτομή) ήταν ένα αγγείο πόσης με τη μορφή μονού ή διπλού κέρατου, κεφαλής ζώου, συνήθως κριαριού ή μουλαριού -αλλά και άλλων ζώων- ή ακόμη και ανθρώπινης κεφαλής που προσαρμοζόταν στο κατώτερο μέρος του κύπελου. Σε μερικές περιπτώσεις δύο κεφάλια αντιπαρατίθενται πλάτη με πλάτη το ένα προς το άλλο. Ο τύπος αποτελεί αντιγραφή ανατολικών σπονδικών αγγείων.

Το ρυτό πληθ. ρυτά από το αρχαιοελληνικό ῥυτόν είναι δοχείο για πόσιμα υγρά ή χοές κατά τη διάρκεια σχετικών τελετουργιών. Εισηγμένα στην Ελλάδα μετά τους περσικούς πολέμους τα ρυτά ήταν γνωστά στην αρχαία Περσία, όπου ονομάζονταν τακούκ (تکوک).

Στην τυπολογία του αγγείου ανήκουν χαρακτηριστικά όπως το ανοικτό στόμιο και η οπή κοντά στον πυθμένα που πιθανώς χρησίμευε στη διάχυση του υγρού. Η λέξη ρυτόν δεν υπάρχει στη μυκηναϊκή Ελληνική, αλλά το ταυρόμορφο μινωικό ρυτόν, αναφέρεται σε πινακίδες της Κνωσού, όπως για παράδειγμα η πινακίδα 231 (K872), ως Κε-ρα-α, με το ιδεόγραμμα του ταύρου.

Κύαθος ή Αρύταινα ή Αντλητήριον

Αρχαιοελληνική αγγειογραφία


Κύαθος ή Αρύταινα ή Αντλητήριον
Ο κύαθος (ή αρύταινα ή αντλητήριον) ήταν μια κουτάλα σε σχήμα κύπελλου με πόδι και ψηλή προς τα πάνω καμπύλη λαβή. Το μέσο μήκος του ήταν περίπου 13 εκ. Μάλλον την επινόησε ο αγγειοπλάστης Νικοσθένης, γύρω στα 530 π.Χ. Η προέλευσή του είναι μάλλον ετρουσκική και προέρχεται από ανάλογο χάλκινο σκεύος.
Χρησίμευε ως σκεύος για την άντληση του οίνου από τον κρατήρα, ως μέτρο για την ανάμειξη του οίνου με το νερό ή ως αγγείο πόσης, χωρίς την ψηλή λαβή.
Ο κύαθος αποτελούσε τη βάση για τη μέτρηση των στερεών (6 κύαθοι ισοδυναμούν με μια κοτύλη) και των υγρών (1 ½ κύαθοι = 1 οξύβαφον).
Η στάμνος των Μαινάδων του Ζωγράφου του Δίνου

Ψυκτήρ

Αρχαιοελληνική αγγειογραφία

Ο ψυκτήρας ήταν ένα αγγείο με στενό κυλινδρικό σώμα που φάρδαινε καθώς ανέβαινε και έπαιρνε το σχήμα  του βολβού για να καταλήξει σε στενό χείλος. Τον γέμιζαν με κρύο νερό και τον τοποθετούσαν μέσα στον κρατήρα, για να διατηρεί δροσερό το κρασί.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Μ. Τιβέριο στον ψυκτήρα έβαζαν κρασί και τον βύθιζαν σε κρύο νερό ή χιόνι.

Διάφορα σχήματα αγγείων για την ψύξη του κρασιού χρησιμοποιήθηκαν και παλιότερα. Ψυκτήρες όμως του συγκεκριμένου σχήματος πρωτοκατασκευάστηκαν από τους Πρωτοπόρους του ερυθρόμορφου ρυθμού γύρω στο 520 π.Χ., προφανώς σε συνδυασμό με τον καλυκωτό κρατήρα, σχήμα που πρωτοχρησιμοποίησε ο όψιμος Εξηκίας γύρω στο 530 π.Χ. και καθιέρωσε λίγο αργότερα ο Ευφρόνιος. 

Η χρήση ψυκτήρων δεν κράτησε περισσότερο από δυο γενιές: Από το 460 π.Χ. περίπου και μετά σταματάει τόσο η παραγωγή ψυκτήρων από τους αγγειοπλάστες όσο και η απεικόνισή τους στην αγγειογραφία.

Μια εκδοχή του αμφορέα αλλά ταυτόχρονα και του ψυκτήρα είναι ο αμφορέας ψυκτήρας.

Σκύφος

Αρχαιοελληνική αγγειογραφία

Σκύφος ή κοτύλη
Πρόκειται για ένα βαθύ αγγείο με χαμηλό ή καθόλου στέλεχος και δύο λαβές.

Ο σκύφος ήταν είδος αρχαίου ελληνικού αγγείου, ένα είδος πλατιού («ευρύστομου») ποτηριού με δυο λαβές («δίωτον»). Ήταν μια από τις πιο δημοφιλείς μορφές κυπέλλου στην αρχαία Ελλάδα. Για τα αγγεία αυτής της μορφής χρησιμοποιούνταν περιστασιακά και οι ονομασίες κοτύλη ή κότυλος, αν και αυτή φαίνεται να ήταν μια γενική ονομασία για διάφορες μορφές κυπώλων..

Μια παραλλαγή του σκύφου με κωνικό σώμα και θηλή αντί για πόδι, ένα σχήμα που παραπέμπει σε γυναικείο στήθος, ονομαζόταν μαστός. Η παραλλαγή του μαστού με επίπεδη βάση, χείλος που προεξέχει και λαβές να καμπυλώνουν προς τα επάνω αποκαλείται μαστοειδές κύπελλο.

Ο σκύφος κατασκευαζόταν ανάλογα με την οικονομική δύναμη του κατόχου, δηλαδή από ξύλο ή πηλό, (κεραμικό) ή από ευγενές μέταλλο, ασήμι ή χρυσό. Συνήθως έφερε ανάγλυφες παραστάσεις. Στην αρχαιότητα ήταν και μέσον δια του οποίου επιχειρούσαν ειδική μαντική τέχνη, τη σκυφομαντεία.
Το σκεύος αυτό έφθασε μέχρι τη σημερινή εποχή με το νεοελληνικό κοινό όνομα «τάσι» ή «καυκί».

Διακρίνονται δύο τύποι ως προς το σχήματα των λαβών:
α) Ο τύπος Α χαρακτηρίζεται από υψηλές καμπύλες λαβές τοποθετημένες κάτω από το χείλος

β) Ο τύπος Β έχει οριζόντιες λαβές στο επίπεδο του χείλους.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΙΑΜΑΤΙΚΩΝ ΛΟΥΤΡΩΝ ΚΑΙ Η ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥΣ ΣΕ SPA

Τα νερά των φυσικών ή ιαματικών πηγών είναι νερά, που πηγάζουν μέσα από πετρώματα και βράχους που βγαίνουν από τα έγκατα της γης. Είναι εμπλ...