MythologyMythologyDocumentariesFestivalspersonswarsBeutiful HellasArtFun
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22.2.17

Μεγάλο Θέατρο της Επιδαύρου

Από όλα τα αρχαία θέατρα το θέατρο της Επιδαύρου είναι το ωραιότερο και το καλύτερα διατηρημένο. Προορισμένο για τη διασκέδαση των ασθενών είχε χωρητικότητα 13.000 θεατών. Χωρίζεται σε δύο μέρη. 


Ένα των 21 σειρών καθισμάτων για το λαό και το κάτω, από 34 σειρές καθισμάτων, για τους ιερείς και τους άρχοντες. 
Η θαυμάσια ακουστική του, αλλά και η πάρα πολύ καλή κατάσταση στην οποία διατηρείται συντέλεσαν στη δημιουργία του φεστιβάλ Επιδαύρου, θεσμός που έχει ξεκινήσει εδώ και πολλά χρόνια. 
Στην Επίδαυρο έχει εμφανιστεί εκτός από τους μεγαλύτερους Έλληνες ηθοποιούς όπως ο Αλέξης Μινωτής, ο Θάνος Κωτσόπουλος, η Άννα Συνοδινού, ο Θανάσης Βέγγος κ.ά. και η διάσημη Ελληνίδα σοπράνο Μαρία Κάλλας.

Ιστορία
Σε μια χαράδρα, το 340 π.Χ., ο αργείος αρχιτέκτονας Πολύκλειτος ο Νεότερος έκτισε, σύμφωνα με τον Παυσανία, το θέατρο της Επιδαύρου.
Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό. 
Το μνημείο κτίστηκε για να τελούνται σ΄ αυτό οι μουσικοί, ωδικοί και δραματικοί αγώνες των Ασκληπιείων. Επίσης δίνονταν σ' αυτό παραστάσεις δραμάτων, που συμπεριλαμβάνονταν στην λατρεία του Ασκληπιού. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ., το κοίλο του επεκτάθηκε και η χωρητικότητα του από περίπου 8.000 αυξήθηκε σε 13.000-14.000 θεατές. Την ίδια εποχή διαμορφώθηκε το σκηνικό οικοδόμημα έτσι ώστε οι ηθοποιοί να παίζουν αποκλειστικά στο λογείο, δηλ. στην εξέδρα πάνω από το προσκήνιο, και όχι πλέον μπροστά σ' αυτό. Κατά την Ρωμαιοκρατεία διατήρησε τα χαρακτηριστικά του ελληνικού Θεάτρου, ακόμη και μετά την επισκευή του από τις καταστροφές που υπέστη κατά την εισβολή των Ερούλων το 267 π.Χ., κυρίως στο σκηνικό οικοδόμημα.

Το κοίλο του Θεάτρου έχει κατασκευαστεί στην πλαγιά του λόφου με ασβεστολιθικό υλικό ενώ τα αναλήμματά του αποτελούνται από πωρόλιθο. Ένα πλακόστρωτο διάζωμα, πλάτους 1,90 μ., χωρίζει το τμήμα του κοίλου που κτίστηκε πρώτο, από ένα νεότερο τμήμα, το επιθέατρο. Δεκατρείς ακτινωτές κλίμακες οδηγούν στις 34 σειρές εδωλίων δώδεκα ίσων κερκίδων του αρχικού τμήματος, ενώ το επιθέατρο αποτελείται από 22 κερκίδες και 23 κλίμακες που οδηγούν σε 21 σειρές εδωλίων. Η πρώτη και η τελευταία σειρά του αρχικού τμήματος καθώς και η πρώτη σειρά του νέου έχουν καθίσματα με ερεισίνωτα. Το κοίλο περιβαλλόταν από ένα διάδρομο και έναν πώρινο προστατευτικό τοίχο. Στις παρόδους κτίστηκαν μνημειακές δίθυρες πύλες, από τις οποίες κεκλιμένα επίπεδα (αναβάθρες) οδηγούσαν στο προσκήνιο. Ένας πλακόστρωτος διάδρομος χωρίζει το κοίλο από την κυκλική ορχήστρα που έχει διάμετρο 20 μ., στο κέντρο της οποίας σώζεται η βάση για τον βωμό του Διονύσου (θυμέλη). 
Το κτισμένο με πωρόλιθους σκηνικό οικοδόμημα ήρθε στο φως ερειπωμένο. Αποτελείται από το προσκήνιο και μία διώροφη σκηνή, πλαισιωμένη με παρασκήνια. Αρχικά είχε δύο κιονοστοιχίες με πεσσούς, η μία στην πρόσοψη του προσκήνιου, διακοσμημένη με ιωνικούς ημικίονες και η άλλη στην πίσω πλευρά της ισόγειας αίθουσας της σκηνής. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ. η πλευρά αυτή κλείστηκε, ενώ αντιθέτως στην πρόσοψη του ορόφου της σκηνής διανοίχτηκαν πέντε προσβάσεις προς το λογείο. Μεταφέρθηκαν τότε από το προσκήνιο στον όροφο οι κινητοί πίνακες ζωγραφικής, που τοποθετούνταν ανάμεσα σε πεσσούς για την διαμόρφωση του σκηνικού ανάλογα με το δράμα που παιζόταν. Το σκηνικό οικοδόμημα διακοσμούσαν και γλυπτά, από τα οποία ελάχιστα διασώθηκαν.

Η αρμονία αυτού του Θεάτρου οφείλεται στον μοναδικό του σχεδιασμό βασισμένο σ' ένα κανονικό πεντάγωνο, στο οποίο εγγράφεται η ορχήστρα, καθώς και στη χρήση τριών κέντρων για την χάραξη των καμπύλων σειρών των εδωλίων του κοίλου. Περίφημη είναι και η ακουστική του Θεάτρου αυτού.

Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Π. Καββαδία τα έτη 1881-83. Αρχικά το 1907 αλλά και κατά την περίοδο 1954-1963 έγιναν εργασίες αναστήλωσης στα θυρώματα των παρόδων, στους αναλημματικούς τοίχους και στις ακραίες κερκίδες του αρχικού τμήματος του κοίλου.

Από το 1988 την συντήρηση του Θεάτρου ανέλαβε η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου αναστηλώνοντας αρχικά την ακραία δυτική κερκίδα του επιθεάτρου, το θύρωμα της δυτικής παρόδου και τους δύο αγωγούς απορροής ομβρίων της ορχήστρας. Η φροντίδα του μνημείου είναι συνεχής και αποσκοπεί στην αποκατάσταση των φθορών που υφίσταται το μνημείο από φυσικά αίτια αλλά και από την χρήση του.

Από το 1954 πραγματοποιούνται στο φυσικό τους χώρο κάθε καλοκαίρι παραστάσεις αρχαίου δράματος.

Περιγραφή 
Το μνημείο σήμερα διατηρεί τη χαρακτηριστική τριμερή διάρθρωση ενός ελληνιστικού θεάτρου, διαθέτει δηλαδή κοίλο, ορχήστρα και σκηνικό οικοδόμημα. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους το θέατρο δεν υπέστη μετατροπές, όπως αρκετά ελληνικά θέατρα
Το σκηνικό οικοδόμημα του θεάτρου κτίστηκε σε δύο οικοδομικές φάσεις: η πρώτη τοποθετείται στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. και η δεύτερη στα μέσα του 2ου αι. π.Χ. Μέχρι και σήμερα το θέατρο χρονολογούνταν κατ’ αναλογία με τη χρονολόγηση του σκηνικού οικοδομήματος σε δύο φάσεις: η πρώτη στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. και  η δεύτερη στα μέσα του 2ου αι. π.Χ.



Το κοίλο του διαιρείται καθ’ ύψος σε δύο άνισα τμήματα, το κάτω κοίλο ή θέατρο και το άνω θέατρο ή επιθέατρο. Τα δύο επιμέρους τμήματα χωρίζονται από ένα οριζόντιο διάδρομο κίνησης των θεατών (πλάτους 1.82 μ.), το διάζωμα. Το κάτω τμήμα του κοίλου διαιρείται σε 12 σφηνοειδή τμήματα, τις κερκίδες, ενώ το άνω τμήμα του σε 22. Οι κατώτερες σειρές του άνω και κάτω κοίλου έχουν τη μορφή προεδρίας, θέσεις δηλαδή που προορίζονταν για σημαντικά πρόσωπα. Ο σχεδιασμός του κοίλου είναι μοναδικός και βασίστηκε σε τρία κέντρα χάραξης. Χάρη στον ιδιαίτερο αυτό σχεδιασμό επιτεύχθηκε αφ’ ενός η τέλεια ακουστική του θεάτρου, αφ’ ετέρου το άνοιγμα προς την καλύτερη θέαση.
Το κέντρο του θεάτρου αποτελεί η κυκλική ορχήστρα, διαμέτρου 20 μ. Στο κέντρο της βρίσκεται κυκλική λίθινη πλάκα, η βάση του βωμού, ή η θυμέλη. Την ορχήστρα περιβάλλει ειδικός υπόγειος αποχετευτικός αγωγός, ο εύριπος, πλάτους 1.99 μ, τον οποίο κάλυπτε λίθινος κυκλικός διάδρομος.
Απέναντι από το κοίλο και πίσω από την ορχήστρα αναπτύσσεται το σκηνικό οικοδόμημα του θεάτρου. Η μορφή της σκηνής (η οποία εν μέρει διατηρείται και σήμερα) χρονολογείται στην ελληνιστική περίοδο και αποτελείτο από διώροφο σκηνικό οικοδόμημα και προσκήνιο μπροστά στη σκηνή. Το προσκήνιο είχε στην πρόσοψή του κιονοστοιχία. Εκατέρωθεν του προσκηνίου προεξείχαν ελαφρά τα δύο παρασκήνια. Ανατολικά και δυτικά των δύο παρασκηνίων υπήρχαν δύο μικρά ορθογώνια δωμάτια για τις ανάγκες των παραστάσεων. Δύο κεκλιμένα επίπεδα οδηγούσαν στη στέγη του προσκηνίου, στο λογείο όπου αργότερα έπαιζαν οι ηθοποιοί. Τέλος, το θέατρο διέθετε δύο μεγαλοπρεπείς θύρες, οι οποίες είναι σήμερα αναστηλωμένες.

Ανασκαφές και κτίσματα
Οι ανασκαφές της Επιδαύρου έγιναν από τον Π. Καββαδία και κράτησαν από το 1881 μέχρι το θάνατό του. Τις ανασκαφές ανέλαβε η Αρχαιολογική Εταιρεία. Σημαντικό ρόλο στην πορεία των ανασκαφών είχε η αφιλοκερδής προσφορά των κατοίκων του Λυγουριού, οι οποίοι εκτός από την εργασία που προσέφεραν, παραχώρησαν αφιλοκερδώς τα κτήματα τους που βρίσκονταν πλησίον του Αρχαιολογικού χώρου. 
Ο πρώτος χώρος που αντικρύζει ο επισκέπτης, άμα φτάσει στο ιερό, είναι τα προπύλαια. Τα προπύλαια, που η κατασκευή τους ανάγεται στους μυκηναϊκούς χρόνους, ήταν κτίσμα που το αποτελούσαν δυο στοές με 6 κίονες η καθεμιά. Της μιας ήταν ιωνικού και της άλλης κορινθιακού ρυθμού. Το δεύτερο κτίσμα είναι ο ναός του Ασκληπιού, που το κτίσιμό του κράτησε 5 ολόκληρα χρόνια. Είναι ναός δωρικού ρυθμού μέσα στον οποίον υπήρχε και το κατασκευασμένο από τον Πάριο καλλιτέχνη Θρασυμήδη άγαλμα του θεού. Πίσω ακριβώς από το ναό, βρίσκεται η Θόλος, που ήταν και το περιφημότερο κτίριο του ιερού. Ακολουθούν και άλλα κτίσματα, όπως το άβατο, ο οίκος των ιερέων, οι ναοί για την Άρτεμη, το ιερό του Απόλλωνα και τέλος το θέατρο.



Πηγή/Φωτογραφία/Βιβλιογραφία

Defrasse A. and Lechat H., Epidaure: restauration et description des principaux monuments d u sanctuaire d’Asclépios, 'Paris, '1895
Γώγος Σ., Γεωργουσόπουλος Κ. – Ομάδα Θεατρολόγων, «ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ: το Αρχαίο Θέατρο και οι Παραστάσεις», Αθήνα 2004
A. von Gerkan , W. Müller , Das Theater von Epidaurus, Wiener 1961
Καββαδίας Π., Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου Επανέκδοση του έργου Το Ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών (Αθήνα 1900)
Καζολιάς Ε., Μελέτη προστασίας, συντήρησης και αποκατάστασης του σκηνικού οικοδομήματος του αρχαίου θεάτρου Επιδαύρου, α΄φάση: άμεσα μέτρα προστασίας και αποκατάστασης των ευπαθών τμημάτων. Επίδαυρος 2010
Β. Λαμπρινουδάκης, Ε. Καζολιάς, Μ. Σοφικίτου, Το πρόγραμμα έρευνας, αποκατάστασης και ανάδειξης του αρχαίου θεάτρου Ασκληπιείου Επιδαύρου, εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο «Το αρχαιολογικό έργο στην Πελοπόννησο», Τρίπολη, 7-11 Νοεμβρίου 2012.
Μπολέτης Κ., Ιστορικό των νεότερων επεμβάσεων στο θέατρο του Ασκληπιείου Επιδαύρου και στον ευρύτερο χώρο του έως το 1989, Αρχαιολογικό, Δελτίο,Ανάτυπο, Μέρος Α΄: Μελέτες, Τόμος 57, 2002
Ομάδα Εργασίας για τη συντήρηση των μνημείων Επιδαύρου, Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου: η έδρα του θεού γιατρού της αρχαιότητα, η συντήρηση των μνημείων του, Περιφέρεια Πελοποννήσου, 1999
Παπαχατζής Νικ. Δ. Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, βιβλίο 2ο: ΛΑΚΩΝΙΚΑ, Μετάφραση, Αθήνα, 1989

12.2.17

Θέατρο Φιλίππων

Το αρχαίο θέατρο των Φιλίππων είναι σημαντικό μνημείο. Η σημερινή του μορφή είναι αποτέλεσμα διαδοχικών κτιριακών αλλαγών, οι οποίες αντιπροσωπεύουν διάφορες φάσεις της ιστορίας της πόλης. Βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλαγιά του λόφου της ακρόπολης, σε επαφή με το ανατολικό τείχος της πόλης, στο οποίο και στηρίζεται. 



Η αρχική φάση του, που είναι σύγχρονη με τα τείχη της πόλης, ανάγεται στα χρόνια του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β΄(μέσα του 4ου αι. π.Χ.). Από τη φάση αυτή σώζονται οι αναλημματικοί τοίχοι (κατακόρυφοι τοίχοι που στήριζαν το κοίλο του θεάτρου) του κοίλου, δηλαδή του χώρου όπου κάθονται οι θεατές, και των παρόδων, των διαδρόμων που οδηγούσαν προς την ορχήστρα του θεάτρου. Την εποχή αυτή η ορχήστρα, ο υπαίθριος κεντρικός χώρος όπου «παίζουν? οι ηθοποιοί, είχε σχήμα πετάλου. 
Το θέατρο αυτό, εξακολούθησε να χρησιμοποιείται και από τους Ρωμαίους αποίκους, αφού διασκευάστηκε για να προσαρμοστεί στα νέα θεάματα της ρωμαϊκής κοινωνίας και για να δεχθεί πολυάριθμους θεατές. 
Τον 2ο αι. μ.Χ., το θέατρο αποκτά τυπική ρωμαϊκή μορφή, με μεγαλοπρεπές τριώροφο κτήριο σκηνής, ορχήστρα στρωμένη με μαρμάρινες πλάκες και κοίλο που επεκτείνεται επάνω από τις παρόδους, οι οποίες καλύπτονται με θολωτές κατασκευές. Μια εικόνα της μορφής αυτής του θεάτρου μας δίνει η νότια στοά του κτηρίου της σκηνής, που αναστηλώθηκε πρόσφατα και φέρει στα μέτωπα των πεσσών ανάγλυφες πλάκες με παραστάσεις που σχετίζονται με το θεό Διόνυσο (μαινάδες κ.ά.). 
Τον 3ο αι. μ.Χ. το θέατρο μετατρέπεται σε αρένα για τις θηριομαχίες. Κατεδαφίζεται το προσκήνιο και αφαιρούνται οι πρώτες σειρές των καθισμάτων του κοίλου. Στην περιφέρεια της ορχήστρας υψώνεται τοίχος, ύψους 1,20μ., με κιγκλίδωμα για την προστασία των θεατών από τα θηρία. Μάλιστα για την παραμονή και την ευκολότερη μεταφορά των θηρίων στην αρένα, δημιουργήθηκε στο νότιο άκρο της ορχήστρας, ένας μεγάλος ορθογώνιος υπόγειος χώρος. Στη φάση αυτή θα πρέπει να κατασκευάστηκε και το επιθέατρο, μία καμαροσκέπαστη κατασκευή στο ψηλότερο μέρος του κοίλου, που στήριζε νέες σειρές εδωλίων και αύξησε την χωρητικότητα του θεάτρου. 
Στους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους (τέλος 3ου-αρχές 4ου μ.Χ. αι.) πρέπει να κτίστηκαν τα δύο τόξα για την αντιστήριξη του θεάτρου στο γειτονικό τείχος. 
Στα παλαιοχριστιανικά χρόνια (5ος-6ος μ.Χ. αι.) το θέατρο παύει να λειτουργεί ως χώρος παραστάσεων. Η εγκατάλειψή του πρέπει να σχετίζεται με την επικράτηση του χριστιανισμού και τα νέα ήθη που δεν ήταν πια σύμφωνα με τις θηριομαχίες ή τις θεατρικές παραστάσεις. Η στοά στο πίσω μέρος του κτηρίου της σκηνής διασκευάζεται σε χώρο εργαστηρίων. Με την καταστροφή της σκηνής από πυρκαγιά, που πιθανότατα σχετίζεται με το μεγάλο σεισμό που κατέστρεψε την πόλη των Φιλίππων στις αρχές του 7ου μ.Χ. αι., αρχίζει το συστηματικό γκρέμισμα του θεάτρου με σκοπό τη χρησιμοποίηση των μελών του ως οικοδομικού υλικού για την κατασκευή νέων οικοδομών. 

Στη διάρκεια των πρώιμων Βυζαντινών χρόνων το κτίριο της σκηνής και η περιοχή στα νοτιανατολικά του θεάτρου φιλοξενεί εργαστήρια. Τέλος, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, ο λιθόστρωτος δρόμος, που ως τις αρχές του 20ου αι. ένωνε την Καβάλα με τη Δράμα διασχίζοντας τον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων, περνά μπροστά από το θέατρο. 
Οι πρώτες πληροφορίες που έχουμε για το θέατρο στη σύγχρονη εποχή προέρχονται από τους Ευρωπαίους περιηγητές που επισκέπτονται την περιοχή από τα μέσα του 16ου αι. Η συστηματική ανασκαφή του θεάτρου ξεκινά το 1921-1927 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και συνεχίζεται στο τέλος της δεκαετίας του '50 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία με τον Δ. Λαζαρίδη. Στο διάστημα αυτό το θέατρο δέχθηκε γρήγορες και πρόχειρες επεμβάσεις για να μπορέσει να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του φεστιβάλ Φιλίππων. Η ΙΗ΄ ΕΠΚΑ Καβάλας ξανάρχισε το 1974 τις ανασκαφικές έρευνες και από το 1993, σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ., ξεκίνησε πρόγραμμα με ανασκαφικές έρευνες, μελέτες συντήρησης, αποκατάστασης και αναστήλωσης του θεάτρου, που βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.

Ώρες Λειτουργίας

Χειμερινό: 
Δευτέρα έως Κυριακή 08:00-15:00

Θερινό: 
Δευτέρα έως Κυριακή 08:00-:19:30


Ημέρες Αργίας

Μ.Παρασκευή: 12:00-17:00

Μ. Σάββατο: 08:00-15:00

1 Μαΐου: Κλειστά

Κυριακή του Πάσχα: Κλειστά


8.2.17

Αρχαίο Θέατρο Μήλου

Το αρχαίο Θέατρο αρχικά κατασκευάστηκε από τους κατοίκους της αρχαίας πόλης του Κλήματος, πιθανότατα κατά την Ελληνιστική εποχή (3ος αιώνας π.Χ.).

Μετά όμως την καταστροφή της πόλης από τους Αθηναίους, κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια, πάνω από τις σωζόμενες βάσεις του κλασσικού χτίστηκε ένα μεγαλύτερο με παριανό ολόλευκο μάρμαρο και θαυμαστά ανάγλυφα, το οποίο υπολογίζεται ότι χωρούσε περίπου 7.000 θεατές. Αυτή είναι και η μορφή του θεάτρου που θα δείτε σήμερα.
Από το θέατρο σώζονται επτά μαρμάρινες κερκίδες, έξι σειρές καθισμάτων, το κοίλο, η ορχήστρα, το δάπεδο της σκηνής, καθώς και πολλά αρχιτεκτονικά περίτεχνα μέρη. Οι ανασκαφές άρχισαν το 1989, ενώ η εντολή για τον πρώτο του καθαρισμό δόθηκε από τον Λουδοβίκο Β’, πατέρα του Όθωνα, ύστερα από προτροπή του L.Ross, ο οποίος μαζί με τον Όθωνα ήταν ο πρώτος που επισκέφτηκε το αρχαίο θέατρο κατά τα νεώτερα χρόνια.


Κτισμένο σε περίοπτη θέση, στην πλαγιά του λόφου έχει μαγευτική θέα προς το λιμάνι και πολύ καλή ακουστική.  Έτσι, δεν είναι λίγες οι φορές που διατίθεται για θεατρικές παραστάσεις και μουσικές εκδηλώσεις, μιας και στη σημερινή του κατάσταση μπορεί να φιλοξενήσει μέχρι και 700 άτομα.

4.2.17

Θέατρο Μεσσήνης

Το Θέατρο της Μεσσήνης, για το οποίο μόνον έμμεση μνεία γίνεται από τον Παυσανία (4.32.6), αποκαλύφθηκε ΒΔ του Ασκληπιείου και 50μ. δυτικά της Αγοράς. Κατασκευάστηκε τον 3ο-2ο αι. π.Χ. και είναι από τα μεγαλύτερα της αρχαιότητας. Το πλάτος του φτάνει τα 98.60μ., και η διάμετρος της ορχήστρας του τα 23.46μ. Χρησιμοποιείτο για ψυχαγωγία των πολιτών, αλλά και για συγκεντρώσεις πολιτικού χαρακτήρα, όπως μαρτυρούν τα επιγραφικά ευρήματα.



Στους Ρωμαϊκούς Αυτοκρατορικούς χρόνους(1ος-2ος αι. μ.Χ.) έλαβε τη σημερινή του μορφή μετά από ριζικές μετατροπές, που έγιναν στο κοίλο και στη σκηνή της Ελληνιστικής περιόδου. Η εκτεταμένη καταστροφή του κοίλου οφείλεται κυρίως στους κατοίκους του οικισμού της Πρωτοβυζαντινής και Βυζαντινής εποχής, οι οποίοι μετέτρεψαν το θέατρο της Μεσσήνης σε "λατομείο" αποκομίζοντας οικοδομικό υλικό για τις ανάγκες τόσο του οικισμού, όσο και της γειτονικής Βασιλικής.
Το κοίλον του Θεάτρου της Μεσσήνης εδράζεται σε επίχωση, που συγκρατείται από ισχυρό ημικυκλικό ανάλημμα, το δυτικό τμήμα του οποίου διατηρείται σε καλή κατάσταση. Το ανάλημμα, κτισμένο από ογκώδεις λιθοπλίνθους, έχει ίδια μορφή με τις οχυρώσεις, τις πύλες και τους πύργους της πόλης, και ανά 20 μέτρα περίπου έφερε εντυπωσιακές οξυκόρυφες πυλίδες με εσωτερικά κλιμακοστάσια, που οδηγούσαν στο επάνω διάζωμα. Από εκεί ξεκινούσαν κλιμακοστάσια καθόδου, που κατέληγαν στην ορχήστρα ορίζοντας και τις κερκίδες του οικοδομήματος. Μεγάλη λίθινη εξωτερική σκάλα στη ΒΔ καμπύλη του αναλήμματος οδηγεί στο επάνω διάζωμα τονίζοντας τις αρχιτεκτονικές ιδιομορφίες του κτίσματος.

Στα χρόνια των Ρωμαίων αυτοκρατόρων Αυγούστου και Τιβερίου(1ος αι. μ.Χ.) η σκηνή και το προσκήνιο αντικαταστάθηκαν εκ θεμελίων. Νέες επισκευές και τροποποιήσεις πραγματοποιήθηκαν με οικονομική χορηγία της πανίσχυρης μεσσηνιακής οικογένειας των Σαιθιδών, γύρω στα μέσα του 2ου αι. μ.Χ.

Η ρωμαϊκή σκηνή διατηρείται αρκετά καλά. Η πρόσοψή της κατασκευάστηκε πολυώροφη (τουλάχιστον τριώροφη) με θύρες, αψίδες και κόγχες. Λευκοί και πολύχρωμοι αράβδωτοι κίονες από μάρμαρο αλλά και από γρανίτη χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό. Η κιονοστοιχία της κάτω σειράς είχε επίστεψη από κορινθιακά κιονόκρανα, ενώ στις ανώτερες είχαν τοποθετηθεί κιονόκρανα ιωνικά και αιγυπτιάζοντα. Τα στοιχεία αυτά του Θεάτρου της Μεσσήνης προοιωνίζουν τα κολοσσιαία θέατρα και αμφιθέατρα των ρωμαϊκών χρόνων.
Το ισόγειο τμήμα της σκηνής αποτελείται από κεντρική ημικυκλική κόγχη, και από δύο ορθογώνιες, δεξιά και αριστερά της. Σε κάθε κόγχη υπήρχαν δύο βάθρα για την ανίδρυση έξι συνολικά μαρμάρινων αγαλμάτων ευεργετών και άλλων προσώπων. Στις μικρότερες κόγχες των επάνω ορόφων της σκηνής είχαν τοποθετηθεί αγάλματα, ενώ ανδριάντες πνευματικών ανδρών και ευεργετών είχαν στηθεί και γύρω στην ορχήστρα του κτίσματος.

Το Θέατρο της Μεσσήνης φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε ήδη στα τέλη του 3ου με αρχές του 4ου αι. μ.Χ. Τούτο συμπεραίνεται από την χρήση λιθοπλίνθων του αναλήμματος του κοίλου στην τελευταία οικοδομική φάση της Κρήνης Αρσινόης, η οποία ανάγεται στους χρόνους του Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.).

Source/ Photography/Bibliography

http://www.ancientencyclopedia.ga
 Auberger J., Pausanias et les Messéniens: une histoire d’amour, REA 94 (1992), 187 – 19.
Baldassarra D., Famiglie aristocratiche di Messene in epoca imperiale (Tesi di Laurea, Universita di Venezia), 1999.
Barr-Sharrar B., A Plakettenvase from Ancient Messene, in Κερμάτια Φιλίας, Τιμητικός τόμος για τον Ιω. Τουράτσογλου, Αθήνα 2009, τομ. Β., 441-449.
Bauslaugh R.A., Messenian Dialect and Dedications of the Methanioi, Hesperia 59 (1990), 661-668.
Biagetti Cl., La Messenia e gli Eraclidi, La Parola del Passato CCCLXIX (2009), 411-451.
Böhringer D., Heroenkulte in Griechenland von der geometrischen bis zur klassischen Zeit. Attika, Argolis, Messenien, Freiburg 1998 (Dissertation).
Bourbou Chr., The People of Early Byzantine Eleutherna and Messene (6th-7th c.) A bioarchaeological approach, Athens 2004.
Broucke P.B.F.J., The Heroon at Messene: New Observations on Order, Style, and Date, Paper Delivered at the Annual Meeting of the Archaeological Institute of America, Montréal.(6-8/01).
Cooper F. A. & Fortenberry D., The Heroon at Messene, AJA 97 (1993), 337.
Cooper F., Scamilli Impares and the Heroon at Messene, στο Haselberger L. (ed.), Appearance and Essence Refinements of Classical Architecture-Curvature, Philadelphia 1997, 97-112.
Cooper Fr., Reconstruction and Design of the Heroon at Messene, στο Ito J. (ed.), Symposium for International Collaborative Studies on Ancient Messene, Kumamoto 2002, 40-43.
Deligiannakis G., Two Late-Antique statues from ancient Messene, BSA 100 (2005), 387-406.
Deshours N., Cultes de Déméter, d’ Artémis Ortheia et culte impérial à Messène (Ier s. av. notre ére-Ier s. de notre ére), ZPE 146 (2004), 115-127.
Deshours N., La légende et le culte de Messène ou comment forger l’identité d’ une cité, REG 106(1993), 39 – 60.
Deshours N., Les institutions civiques de Messène à l’époque hellénistique tardive, ZPE 150, 134–146.
 Deshours N., Les Messéniens, le règlement des Mystères et la consultation de l’ oracle d’ Apollon Pythéen à Argos, REG 112 (1999), 463-484.
Deshours N., Les Mystères d’ Andania. Ėtude d’épigraphieet d’histoire religieuse (Ausonius Scripta Antiqua 16), Bordeaux 2006.
Felten Fl. και Reinholdt Cl., Das Brunnenhaus der Arsinoe in Messene, στο Mitsopoulos-Leon V. (ed.), Forschungen in der Peloponnes. Akten des Symposions anläßlich der Feier “100 Jahre Österreichisches Istitut Athen”, Athen 2001, 307–323.
Figueira T., The Evolution of the Messenian Identity, in Hodkinson S. and Powell A. (eds.), Sparta: New Pespectives, London 1999, 227 κ.ε.
Fröhlich P., Les institutions des cités de Messénie à la basse époque hellénistique, in Renard J. (ed.), Le Péloponnèse. Archéologie et histoire, Rennes 1999, 229 -242.
Grandjean C., Contremarques et monnaies messèniennes et spartiates des débutes du principat, BSFN 47 (1992), 298-301.
Grandjean C., Les Messéniens de 370/369 au Ier siècle de notre ère. Monnayages et histoire (BCH Suppl. 44), Athènes–Paris 2003.
Grandjean C., Monnaies et circulation monétaire à Messène du second siècle av. J.C. au premier siècle ap. J.C., Topoi 7/1 1997, 115-122.
Habicht Chr., Neues aus Messene, ZPE 130 (2000) 121–126.
Habicht Chr., Zwei Familien aus Messene, ZPE 115 (1997), 125-127.
Hayashida Y., Survey and Reconstruction of the Asklepieion at Messene, στο Ito J. (ed.), Symposium for International Collaborative Studies on Ancient Messene, Kumamoto 2002, 31-40.
Hoepfner W., Der Stadtplan von Messene, AAA 35-38 (2002-2005), 223-228.
Ito J., Architectural Studies of the three Grave Monuments in the Gymnasium Complex at Ancient Messene, Kumamoto 2002.
Ito J., Survey and Reconstruction of the Grave Monuments at Messene, στο Ito J. (ed.), Symposium for International Collaborative Studies on Ancient Messene, Kumamoto 2002, 1-10.
Katsumata T., Sculptures from the Grave Monument K1, στο: Ito J. (ed.), Symposium for International Collaborative Studies on Ancient Messene, Kumamoto 2002, 10-15.
Luraghi N., Becoming Messenian, JHS 122 (2002), 45-69.
Luraghi N., Messenian Kulte und messenische Identität im hellenistischer Zeit, in Funke P. & Haake M. (eds.), Kult Politik–Ethnos: Überregionale Heiligtümer im Spannungsfeld von Kult und Politik, Historia Eizalschriften 189, 2006, 169-196.
Luraghi N., Pausania e I Messenii: interpretazioni minime, RFIC (2005) 133, 177-201.
Luraghi N., Pausania e la fondatione di Messene sullo Stretto, note di lettura, RFIC 122 (1994), 140-151.
Luraghi, N., Messenian Ethnicity and the Free Messenians, in Funke P., and Luraghi N. (eds.), The Maggi S., Sul tempio di Messene a Messene, Athenaeum 84 (1996), 260-265.
Migeotte L., La date de l’oktôbolos eisphora de Messène, Topoi 7/1 (1997), 51-61.
Morizot Y., Artémis Limnatis, sanctuaires et functions, στο Docter R.F. & Moormann E.M. (εκδ.), Classical Archaeology towards the Third Millenium: Reflections and Perspectives, Proceedings of the XV the International Congress of Classisal Archaeology, Amsterdam, July 12-17 1998, Amsterdam 1999 (Allard Pierson Series 12 ), 270 – 272.
Morizot Y., Le hiéron de Messènè, BCH 118 (1994), 399-405.
Müth S., Eigene Wege. Topographie und Stadtplan von Messene in spätklassisch-hellenistischer Zeit, Rahden 2007.
Müth-Herda S., Street Network and Town Planning of Ancient Messene, in Ito J. (ed.), Symposium for International Collaborative Studies on Ancient Messene, Kumamoto 2002, 16-30.
Müth-Herda S., Messene: Topographie und Stadtplan in spätklassischer und hellenistischer Zeit (Dissertation), Berlin 2005.
Nobis G., Archäozoologische Studien an Tierresten aus Alt-Messene/Ithome (SW-Peloponnes, Griechenland), Grabungen 1992 bis 1996, in Buitenhuis H., Prummel W., Animals and Man in the Past: Essays in honour of Dr. A. T. Clason emeritus professor of archaeozoology Rijksuniversiteit Groningen, the Netherlands, Groningen 2001, 95-121.
Nobis G., Tieropfer aus einem Heroen-und Demeterheiligtum des antiken Messene (SW-Peloponnes, Griechenland), Grabungen 1992 bis 1996, Tier und Museum 5.4 (1997), 97-111.
Nobis, G., Die Tierreste aus dem antiken Messene: Grabung 1990/91, στο Kokabi M., Wahl J. (εκδ.), Beiträge zur Archäozoologie und Prähistorischen Anthropologie, Forschungen und Berichte zur Vor- und Frügeschichte in Baden-Württemberg 53, Stuttgart 1994, 297-313.
Reinholdt Cl., Das Brunnenhaus der Arsinoë in Messene, Wien 2009.
Sève M., Le dossier épigraphique du sculpteur Damophon de Messène, Ktema 33 (2008), 117-128.
Sidiropoulos Kl., A hoard of denarii and early roman Messene, Proceedings of XVI Int. Numismatic Congress, Glasgow 2009, 1025-36.
Sineux P., Á propos de l’ Asclépieion de Messène: Asclépios poliade et guérisseur, REG 110 (1997), 1-24.
Sioumpara Ε., Der Asklepiostempel von Messene auf der Peloponnes. Untersuchungen zur hellenistischen Tempelarchitektur (Dissertation), 2011.
Themelis P., Architectural Terracottas from Messene, in Winters N.A (ed.), Proceedings of the International Conferrence on Greek Architectural Terracottas of the Classical and Hellenistic Periods, Athens, December 12-15, 1991, Hesperia Supplement 27 (1994), 141-169, pl. 48-56.
Themelis P., Artemis Ortheia at Messene, the Epigraphical and the Archaeological Evidence, in Hägg R. (ed.), Ancient Greek Cult Practice from the Epigraphical Evidence, International Seminar at the Swedish Institute at Athens 22-24 November 1991, Stockholm 1994, 101-122.
Themelis P., Bourbou Chr., Child Burials from Messene, in Morizot Y. (ed.), L'enfant et le mort dans l'antiquité, Paris 2011.
Themelis P., Cults on Mount Ithome, Kernos 17 (2004), 143-154.
Themelis P., Damophon of Messene. New Evidence, in Sheedy K. (ed.), Archaeology in the Peloponnese. New Excavations and Research, Oxford 1994, 1-37.
Themelis P., Damophon von Messene: Sein Werk im Lichte der neuen Ausgrabungen, AntK 36 (1993) 24-40.
Themelis P., Damophon, in Palagia O. and Pollitt J.J. (eds.), Personal Styles in Greek Sculpture (YCS 30), Cambridge 1996, 154-187.
Themelis P., Das Gymnasion von Messene in der römischen Zeit, in Reusser Chr. (ed.), Griechenland in der Kaiserzeit, Neue Funde und Forschungen zu Skulptur, Architektur und Topographie, Bern 2001, 9-20.
Themelis P., Das Stadion und das Gymnasion von Messene, Nikephoros 22 (2010).
Themelis P., Die Agora von Messene, in H. Frielinghaus and J. Stroszeck (ed.), Neue Forschungen zu griechischen Städten und Heiligtümern, Festschrift für Burkhardt Wesenberg, Möhnesee-Warmel 2010.
Themelis P., Die Statuenfunde aus dem Gymnasion von Messene, NüBlA 15(1998/99, 2000), 59-84.
Themelis P., Messene, Recent Discoveries (Sculpture), in Stamatopoulou M. – Yeroulanou M. (eds.), Excavating Classical Culture: Recent Archaeological Discoveries in Greece, Oxford 2002, 229-243.
Themelis P., Monuments guerriers de Messéne, in Frei-Stolba R. and Gex K. (eds.), Recherches récents sur le monde hellénistique, Actes du colloque en l’honneur de Pièrre Ducrey, Lausanne 20-21 Nov. 1998, Bern 2001, 199-216.
Themelis P., Roman Messene The Gymnasium, in Salomies O. (εκδ.), The Greek East in the Roman Context, Proceedings of a Colloquium organized by the Finnish Institute at Athens May 21 and 22, 1999, Helsinki 2001, 119 – 126.
Themelis P., The cult of Isis in Ancient Messene, in Veymiers R. (ed.), IVe Colloque International sur les Études Isiaques, Liège 2011.
Themelis P., The Economy and Society of Messenia under Roman Rule, in A.D. Rizakis (ed.), Roman Peloponnese III. Society, Economy and Cultutre in the Imperial Roman Order: Continuity and Innovation, Meletemata XX, Athens 2010.
Themelis P., The Messene Theseus and the Ephebes, in Buzzi S. et alii (eds.), Zona Archaeologica, Festschrift für Hans Peter Isler zum 60. Geburstag, Bonn 2001, 407-419.
Themelis P., The Sanctuary of Demeter and the Dioscouroi at Messene, in Hägg R. (ed.), Ancient Greek Cult Practice from the Archaeological Evidence, International Seminar held at the Swedish Institute at Athens 22-24 October 1993, Stockholm 1998, 157-186.
Toma N.-M., Die Bauornamentik der Stoen des Asklepieions von Messene. Zur Typologie, chronologischen Einordnung unf Funktion der Figuralkapitelle, Berlin 2006 (Magisterarbeit).
Torelli M., L’Asklepieion di Messene , lo scultore Damofonte e Pausania, in Capecchi G. (eds.), In Μemoria di Enrico Pariboni vol. ΙΙ, Archaelogica 125, Roma 1998, 465–483.
Tsivikis N., Considerations on some Bronze Buckles from Byzantine Messene, in B. Böhlendorf-Arslan (ed.), Byzantinische Kleinfunde im Archäologischen Kontext, DAII, Constantinople 2011.
Zunino M.L., Hiera Messeniaka, Udine 1997
Αναγνωστάκης Η. και Πούλου Ν., Η πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη (5ος-7ος αιώνας) και προβλήματα της Χειροποίητης Κεραμικής στη Πελοπόννησο, Σύμμεικτα 11 (1997) 229-319.
Γαλανού Αμ. και Δογάνη Ι., Ο Ερμής της Αρχαίας Μεσσήνης: Εφαρμογή τεχνολογίας Laser για απομάκρυνση ιζηματογενών αποθέσεων, Αρχαιολογία 85 (2002) 87-94.
Γιαγκάκη Α., Γραπτή εφυαλωμένη κεραμική από την ανασκαφή της αρχαίας Μεσσήνης, ΔΧΑΕ περ. Δ, ΚΖ΄ (2006), 435-444.
Γιαγκάκη, Α., Υστερορωμαϊκά πήλινα ενσφράγιστα "ιγδία" από την αρχαία Μεσσήνη, Βυζαντινός Δόμος 16 (2007-8), 35-67.
Θέμελης Π., Yστερορωμαϊκή και Πρωτοβυζαντινή Mεσσήνη, στo Θέμελης Π. - Kόντη B. (εκδ.), Πρωτοβυζαντινή Mεσσήνη και Oλυμπία: Aστικός και αγροτικός χώρος στη Δυτική Πελοπόννησο, Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Aθήνα 29-30 Mαΐου 1998, Aθήνα 2002, 20-58.
Θέμελης Π., Πρώιμη ελληνιστική κεραμική από τη Μεσσήνη, στο ΣΤ’ Επιστημονικό Συνέδριο Ελληνικής Κεραμεικής, Βόλος 2004, 409-438, πίν. 183-194.
Θέμελης Π., O Δαμοφών και η δραστηριότητά του στην Aρκαδία, στο Coulson W.D. and Palagia O. (εκδ.), Sculpture from Arcadia and Laconia, Proceedings of an International Conference, American School of Classical Studies at Athens 10-14 Αpril 1992, Oxford 1993, 99-109.
Θέμελης Π., O Δαμοφών στην Kύθνο, στο Mενδώνη Λ. και Mαζαράκης A. (εκδ.), Κέα- Kύθνος: Ιστορία και Αρχαιολογία, Aθήνα 1998. 437–448.
Θέμελης Π., Tο Στάδιο της Mεσσήνης, στο Coulson W. and Kyrieleis H. (εκδ.), Πρακτικά Συμποσίου Oλυμπιακών Aγώνων 5-9 Σεπτεμβρίου 1988, Aθήνα 1992, 87-91, πίν. 38-55.
Θέμελης Π., Αρχαία Μεσσήνη - Αρχαία Κορώνη (Βίοι Παράλληλοι), στο Ομηρική Αιπεία - Αρχαία Κορώνη - Πεταλίδι: Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον. Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου, Αύγουστος 2005, Πεταλίδι 2009, 35-44.
Θέμελης Π., Αρχαία Μεσσήνη, ο χώρος και τα μνημεία (Ειδική Έκδοση Περιφέρειας Πελοποννήσου), Αθήνα 1998.
Θέμελης Π., Ήρωες και ηρώα στη Μεσσήνη, Αθήνα 2000.
Θέμελης Π., Αρχαία Μεσσήνη: Μνημεία, χώρος, άνθρωποι (εκδόσεις ΜΙΛΗΤΟΣ), Αθήνα 2010.
Θέμελης Π., Η Ανδανία και οι κώμες της Μεσσήνης, Μεσσηνιακά Χρονικά 4 (2008-2009), 1-8.
Θέμελης Π., Η Αρχαία Μεσσήνη. Οδηγός του χώρου και του Μουσείου (έκδοση ΤΑΠΑ), Αθήνα 2003.
Θέμελης Π., Η ελληνιστική κεραμική της Μεσσήνης, στο Ελληνιστική Κεραμική από την Πελοπόννησο, Αθήνα 2005, 95-106.
Θέμελης Π., Κρίμα περι Μεσσηνίων και Μεγαλοπολιτών, στο Πίκουλας Γ. (επιμ.), Ιστορίες για την Αρχαία Αρκαδία, Στεμνίτσα 2008, 211-222.
Θέμελης Π., Μεσσηνίας οίνος και Διόνυσος, στο Πίκουλας Γ. (εκδ.), Οίνον Ιστορώ ΙΧ, Αθήνα 2009, 93-113.
Θέμελης Π., Τα Κάρνεια και η Ανδανία, στο Σημαντώνη-Μπουρνιά Ε., Λαιμού Α., Μενδώνη Λ. και Κούρου Ν. (εκδ.), Αμύμονα Έργα, Τιμητικός Τόμος για τον καθηγητή Βασίλη Κ. Λαμπρινουδάκη, Αθήνα 2007, 509-528.
Θέμελης Π., Το Θέατρο της Μεσσήνης (εκδ. ΔΙΑΖΩΜΑ) Αθήνα 2010.
Θέμελης Π., Το Πρόγραμμα της Ανασκαφής στην Αρχαία Μεσσήνη και η Δημοσίευση της, Ο Μέντωρ 60 (2001), 198-219.
Θέμελης Π., Κόντη Β. (επιμ.), Πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη και Ολυμπία: Αστικός και αγροτικός χώρος στη Δυτική Πελοπόννησο, Αθήνα 2002, 99-124.
Ματθαίου Α., Δύο ιστορικές επιγραφές της Μεσσήνης, στο Mitsopoulos-Leon V. (εκδ.), Forschungen in der Peloponnes, Akten des Symposions anläßlich der Feier “100 Jahre Österreichisches Istitut Athen”, Athen 2001, 221-231.
Μπαρδάνη Βούλα, Παλαιοχριστιανικές επιγραφές Μεσσήνης, στο Θέμελης Π., Κόντη Β.(επιμ.), Πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη και Ολυμπία: Αστικός και αγροτικός χώρος στη Δυτική Πελοπόννησο, Αθήνα 2002, 82-98.
Μπίρταχας Π., Μεσσήνη, το Ωδείο και το Ανατολικό Πρόπυλο, Αθήνα 2008.
Μπίρταχας Π., Στερέωση-Αναστήλωση Ωδείου και Ανατολικού Προπύλου στο Ασκληπιείο της Αρχαίας Μεσσήνης, στο Χαρκιολάκης Ν. (επιμ.), Αποκατάσταση Μνημείων, Αναβίωση Ιστορικών Κτηρίων στην Πελοπόννησο, τομ. Α΄, Αθήνα 2008, 58-95.
Πέννα B., Nομισματικές μαρτυρίες για τη βυζαντινή Mεσσηνία, Παμμεσσηνιακή-Aφιέρωμα, Aπρίλιος 1996, 7-13.
Πέννα Β., Λαμπροπούλου Ά., Αναγνωστάκης Η., Γλυπτά μεταβατικών χρόνων από τη Βασιλική του Θεάτρου της αρχαίας Μεσσήνης, Πρακτικά Α΄Διεθνούς Συνεδρίου Βυζαντινής Γλυπτικής, Σεπτέμβριος 2000, Αθήνα 2008.
Πούλου-Παπαδημητρίου Ν., Βυζαντινές πόρπες. Η περίπτωση της Μεσσήνης και της Ελεύθερνας, στο Θέμελης Π., Κόντη Β. (επιμ.), Πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη και Ολυμπία: Αστικός και Αγροτικός χώρος στη Δυτική Πελοπόννησο, Αθήνα 2002, 125-136.
Σιδηρόπουλος Kλ., Tα νομίσματα ως μάρτυρες της Mεσηνιακής ιστορίας, Παμμεσσηνιακή-Aφιέρωμα, Aπρίλιος 1996, 1-7.
 Σιδηρόπουλος Κλ., Η νομισματική κυκλοφορία στην υστερορωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη: Τυπικό παράδειγμα ή ιστορική εξαίρεση; στο Θέμελης Π., Κόντη Β. (επιμ.), Πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη και Ολυμπία: Αστικός και Αγροτικός χώρος στη Δυτική Πελοπόννησο, Αθήνα 2002, 99-124.
 Χλέπα Ε.-Α., Η Αρκαδική Πύλη του τείχους της Αρχαίας Μεσσήνης: Εργασίες Αποκατάστασης-Αναστήλωσης, στο Χαρκιολάκης Ν. (επιμ.), Αποκατάσταση Μνημείων, Αναβίωση Ιστορικών Κτηρίων στην Πελοπόννησο, τομ. Α΄, Αθήνα 2008, 30-57.
 Χλέπα Ε.-Α., Μεσσήνη, το Αρτεμίσιο και οι Οίκοι της Δυτικής Πτέρυγας του Ασκληπιείου, Αθήνα 2001.
Hellenic Interior Ministry (18 March 2001). Δείτε τη Διοικητική Διαίρεση (in Greek). Hellenic Interior Ministry.. The previous Kapodistrias organization of all the communities in Greece. The populations are from the Census of 2001.
η Βουλή (11 August 2010), "ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ", NOMOΣ ΥΠ’ΑΡΙΘ. 3852: Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης (PDF) (in Greek), ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Part 2 of the Kallicratis Plan law, No. 3852, by the Hellenic Parliament (Βουλή), publishing a table of all the official communities of Greece arranged in hierarchical order. The lowest-level populations are from the Census of 2001. All higher-level populations are the sums of the appropriate lower-level populations.
https://en.wikipedia.org
Themelis, Petros G (2010) [2009]. "Ancient Messene: An Important Site in SW Peloponnesus" (PDF). The Australian Archaeological Institute at Athens Bulletin. 7: 28–37.
https://www.culture.gr/

21.12.16

Θέατρο Σπάρτης


Το Αρχαίο Θέατρο βρίσκεται στη Νότια πλευρά του Δυτικού τμήματος της ακρόπολης της Σπάρτης. Πάνω από το μεγαλοπρεπές Θέατρο, και στο υψηλότερο σημείο του λόφου, βρισκόταν το περίφημο Ιερό της Αθηνάς Χαλκιοίκου, της Πολιούχου Θεάς της Σπάρτης



Δεν γνωρίζουμε εάν υπήρχε στη θέση αυτή Θέατρο κατά την αρχαϊκή εποχή, τότε που ο πολυτάλαντος Σπαρτιάτης Γιτιάδας, ποιητής και γλύπτης, στόλισε το Ναό με χάλκινες πλάκες. Εάν υπήρχε κάποια κατασκευή θα ήταν ακόμη ξύλινη, ή ίσως και να χρησιμοποιούσαν μόνο τη φυσική κλίση της πλαγιάς, όπως έκαναν και οι Αθηναίοι την ίδια εποχή στο Θέατρο του Διονύσου. 

Αργότερα, στα κλασσικά χρόνια, υπήρχε σίγουρα κάποια θεατρική κατασκευή, η οποία αναφέρεται από τον Ηρόδοτο σε συνδυασμό με γεγονότα που ανάγονται στα 465πΧ.

Το πέτρινο Θέατρο που βλέπουμε σήμερα κατασκευάστηκε στα Ελληνιστικά χρόνια (1ος αι. πΧ), και αποτελεί σημαντικό παράδειγμα της αρχιτεκτονικής της εποχής αυτής. Λίγο αργότερα, στην εποχή του Αυγούστου, ο πλούσιος Σπαρτιάτης Ευρυκλής, που ήταν προσωπικός φίλος του Αυτοκράτορα και είχε στενές σχέσεις με τη Ρώμη, προσέφερε στην πόλη μαζί με πολλές άλλες ευεργεσίες και μία καινούργια μαρμάρινη σκηνή. Πριν τελειώσει ο αιώνας, ο Αυτοκράτορας Βεσπασιανός (69- 79μ.Χ.) δώρισε στη Σπάρτη μια άλλη μεγαλύτερη και λαμπρότερη σκηνή, η οποία με διάφορες βέβαια αλλαγές, έμελλε να χρησιμοποιηθεί μέχρι το τέλος του αρχαίου κόσμου, την εποχή του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου (379- 395μΧ). 
Τα ερείπια του Ρωμαϊκού Θεάτρου της Σπάρτης,1770

Όταν στο τέλος του 3ου μ.Χ. αιώνα, η ακρόπολη της Σπάρτης οχυρώθηκε με ισχυρό τείχος για να αντιμετωπίσει τις επιδρομές των βαρβάρων Ερούλων, το Θέατρο συμπεριλήφθηκε στο κάστρο αυτό, και ίσως να συνέχισε να λειτουργεί για λίγο. Αργότερα εγκαταλείφθηκε, καταστράφηκε και καλύφθηκε από μικρά βυζαντινά σπίτια, αλλά το χαρακτηριστικό σχήμα του κοίλου αναγνωριζόταν πάντα εύκολα.



Πολλοί ξένοι περιηγητές και διανοούμενοι ταξιδιώτες εντυπωσιάστηκαν από το μέγεθος των αναλημματικών τοίχων, που σώζονταν σε μεγάλο ύψος μέχρι το 19ο αιώνα, όταν μεγάλο μέρος τους διαλύθηκε και μαζί με άλλες πέτρες από τα εδώλια έγιναν οικοδομικό υλικό για να κτιστούν στα σπίτια της νέας Σπάρτης.


Η Ορχήστρα του Θεάτρου.

Η ορχήστρα του Θεάτρου έχει σχήμα πετάλου, και οι δύο πάροδοι είναι ευθείες, αρχιτεκτονικά στοιχεία χαρακτηριστικά της ελληνιστικής εποχής. Αντίθετα, στο κέντρο του κοίλου υπάρχει κερκίδα κατά τα κλασσικά πρότυπα και όχι σκάλα όπως συνηθίζεται από τα ελληνιστικά χρόνια και μετά. Στην περιφέρεια της ορχήστρας υπάρχει ο εύριπος, δηλαδή χαντάκι, όπως και το μεγάλο χαντάκι στη Χαλκίδα, τον περιμετρικό αγωγό αποχέτευσης των όμβριων που συγκεντρώνονται σε κάθε βροχή από το στεγανό χώρο του κοίλου. 
Είναι πιθανό η ορχήστρα του Θεάτρου να χρησιμοποιείτο και για άλλες εκδηλώσεις που απαιτούσαν μεγαλύτερο χώρο, όπως είναι οι αγώνες της σφαίρας (ένα είδος χόκεϊ) και οι γυμνοπαιδειαί των Υακινθίων, οπότε η σκηνή ίσως εμπόδιζε και γι’ αυτό απομακρυνόταν. Είχαν κατασκευάσει δηλαδή οι αρχαίοι Σπαρτιάτες ένα χώρο πολλαπλών χρήσεων, μια λύση συνδυαστική και οικονομική. Παράλληλα η Δυτική πάροδος δεν εχρησιμοπιοιείτο (αφού εκεί τοποθετήθηκε πρώτα η Σκηνοθήκη και μετά το Νυμφαίο) ενώ αντίθετα η Ανατολική ήταν προσβάσιμη από μια κεντρική λεωφόρο, και γι’ αυτό και θεωρήθηκε περιοχή κατάλληλη για τη δημόσια αναγραφή τιμητικών επιγραφών. Κατά περίεργο τρόπο οι επιγραφές συνεχίζονται και στην ορχήστρα, στα μάρμαρα του ευρίπου, ενώ μερικές έχουν χαραχθεί στη βάση της σκάλας του διαζώματος.


Το Κοίλο του Θεάτρου

Γύρω από την ορχήστρα υπάρχει η προεδρία, η πρώτη σειρά καθισμάτων, η οποία προοριζόταν για τους επισήμους και αποτελείται από άνετους πολυθέσιους θρόνους, στολισμένους με λεοντοπόδαρα. Το μαρμάρινο Κοίλον μετά την Προεδρία είχε 30 σειρές εδωλίων στο κάτω τμήμα και άλλες 17 στο επιθέατρο, πάνω από το διάζωμα. Οι σκάλες που χώριζαν τις κερκίδες ήταν 10 κάτω και 17 στο πάνω μέρος. Υπολογίζεται ότι χωρούσε 16.000 θεατές, δηλαδή τα τρία τέταρτα των κατοίκων της σημερινής Σπάρτης. Η πρόσβαση στο διάδρομο ανάμεσά στα δύο μέρη, το διάζωμα, ένα διάδρομο πλάτους 1,80 μέτρων γινόταν από μία μεγάλη εξωτερική κλίμακα από την Ανατολική πάροδο. Το κάτω διάζωμα, το κυρίως θέατρο, αποτελείται από 9 κερκίδες, ενώ το πάνω, το επιθέατρον, που είναι μεγαλύτερο έχει 18 κερκίδες. Οι ακραίες κερκίδες δεν έχουν το κανονικό τριγωνικό σχήμα της σφήνας, παρά η μία τους πλευρά είναι κομμένη για να προσαρμοστούν στο σχήμα της ευθείας παρόδου. Το κεντρικό τμήμα του κοίλου ακουμπά στο λόφο, αλλά για τις πτέρυγες έχουν κατασκευαστεί τεράστιοι αναλημματικοί τοίχοι, οι οποίοι αποτελούν μοναδικό τεχνικό επίτευγμα. Το κενό που δημιουργήθηκε ανάμεσα στους αναλημματικούς τοίχους των παρόδων, τον εξωτερικό αναλημματικό τοίχο και έναν εσωτερικό, ενισχυτικό, έχει γεμιστεί με απλές πλίθρες, στεγνωμένες στον ήλιο, για να είναι η κατασκευή ελαφρύτερη. Επιπλέον το κοίλο του Θεάτρου της Σπάρτης έχει κατασκευαστεί με μεικτή τεχνική, χαρακτηριστική της ικανότητας αφομοίωσης των πρώιμων Ρωμαϊκών χρόνων. Έχει χρησιμοποιηθεί τοπικός ασβεστόλιθος και μάρμαρο από τον Ταΰγετο, πάνω σε θεμέλια από ρωμαϊκή τσιμεντοκονία. Αυτό το νέο, ισχυρό υλικό χρησιμοποιήθηκε για την εύκολη, φθηνή και γρήγορη κατασκευή της θεμελίωσης, και στη συνέχεια επενδύθηκαν με πέτρες, (ασβεστόλιθο ή μάρμαρο) ακολουθώντας την τυπική και ήδη τότε παραδοσιακή ελληνική αρχιτεκτονική. Σήμερα, επειδή έχει χαθεί το πάνω μέρος του Θεάτρου (τη μορφή του οποίου δεν γνωρίζουμε) και τα νερά εισρέουν στο εσωτερικό του οικοδομήματος, ανάμεσα στο φυσικό λόφο, το πρόσθετο κτιστό τμήμα έχει αποκολληθεί από το φυσικό λόφο και οι τοίχοι των παρόδων παρουσιάζουν ελαφρά κλίση.

Δεν μας είναι γνωστή η μορφή που θα μπορούσε να είχε το πάνω μέρος του Θεάτρου. Το μόνο στοιχείο που διαθέτουμε είναι ένας κύκλος χαραγμένος στην τελευταία σειρά εδωλίων, λίγο κάτω από το Ιερό της Αθηνάς. Αυτός δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η βάση κίονα, ο οποίος δεν μπορεί να στέκει εκεί μόνος του. Είτε πρόκειται για ένα μνημειακό πρόπυλο που ένωνε το Ιερό με το Θέατρο, ή το πιθανότερο πρόκειται για μια συνεχή κιονοστοιχία, μια στοά που κάλυπτε όλο το πάνω μέρος του Θεάτρου. Η στοά είχε πλάτος περίπου 5 μέτρα, και οι κίονες ήταν δωρικοί, με κατώτερη διάμετρο 60 εκατοστά και ύψος που υπολογίζεται σε 4,80 μέτρα. Η διαμόρφωση αυτή θα διαμόρφωνε με κομψότητα το πλάτωμα στο πάνω μέρος του κοίλου εξασφαλίζοντας παράλληλα την απαραίτητη στεγανοποίηση του οικοδομήματος. Παρόμοια στοά υπήρχε πιθανόν στο Θέατρο της Μυτιλήνης και στα μεγάλα Θέατρα που κτίστηκαν στη Ρώμη την εποχή εκείνη, από τα οποία σώζεται μόνο ένα μικρό μέρος του Θεάτρου του Μαρκέλλου.



Οι πάροδοι του Θεάτρου

Στη Δυτική πάροδο υπήρχε η σκηνοθήκη, όπου αποθηκεύονταν τα σκηνικά ή και ολόκληρη η ξύλινη σκηνή, η οποία εκινείτο πάνω σε τροχιές με ρόδες. Η πρόσβαση στην πλευρά εκείνη εμποδιζόταν από την ύπαρξη της σκηνοθήκης και αργότερα με το Νυμφαίο. Ίσως η πρόσβαση να γινόταν από εξωτερικό διάδρομο που οδηγούσε στο διάζωμα από το πλάι του Ιερού της Χαλκιοίκου. Μετά την κατασκευή της μεγάλης μαρμάρινης ελληνιστικής σκηνής, με τα τούβλα της άχρηστης πια σκηνοθήκης κατασκευάστηκε στη θέση της ένα Νυμφαίο, δηλαδή ένα συντριβάνι, με δεξαμενή, λεκάνες και αναβρυτήρια. Η κατασκευή του Νυμφαίου σημαίνει ότι η πρόσβαση της παρόδου δεν μπορούσε να αποκατασταθεί και το ερείπιο της σκηνοθήκης έπρεπε να αναπλασθεί σε κάτι ωραίο- αν και καθόλου χρήσιμο κτίσμα.
Η ανατολική πάροδος αποτελούσε την κατάληξη μίας μεγάλης κεντρικής λεωφόρου που πέρναγε μπροστά από τα κτήρια της ακρόπολης, μέχρι το κυκλοτερές οικοδόμημα και τη Ρωμαϊκή Στοά στην Ανατολική άκρη της ακρόπολης, και χώριζε τα μεγάλα Δημόσια κτήρια της ακρόπολης από τα σπίτια της πόλης. Αποτελούσε σημαντική αρτηρία της Ρωμαϊκής Σπάρτης, διότι, όπως αναφέραμε παραπάνω, στον τοίχο αυτό χαράκτηκαν πολλά επίσημα ψηφίσματα προς τιμήν σημαντικών Σπαρτιατών. Οι επιγραφές αυτές αρχίζουν να χαράζονται μετά την ανέγερση της μεγάλης ρωμαϊκής σκηνής, η οποία κατασκευάστηκε πιθανόν με έξοδα του αυτοκράτορα Βεσπασιανού στα 78 μΧ. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Σπάρτη κατά την ρωμαϊκή εποχή υπήρχαν τοπικά αξιώματα (πατρονόμοι, γυναικονόμοι, αγορανόμοι), ενώ διατηρήθηκαν και παραδοσιακοί τίτλοι όπως οι Έφοροι. 

Η σκηνή του Θεάτρου 1

Το Θέατρο της Σπάρτης είναι ένα από τα ελάχιστα αρχαία Θέατρα που σώζουν λείψανα μιας κινητής ξύλινης σκηνής, η οποία εμετακινείτο ολόκληρη και φυλασσόταν σε ένα μεγάλο υπόστεγο που κατελάμβανε όλο σχεδόν το χώρο της μιας παρόδου, στη Σκηνοθήκη. Η ύπαρξη σκηνοθήκης στη Σπάρτη έγινε γνωστή από την πρώτη κιόλας ανασκαφή στην περιοχή, όταν βρέθηκαν τούβλα με τη σφραγίδα σε δωρική διάλεκτο «ΣΚΑΝΟΘΗΚΑΣ». Τα τούβλα για την κατασκευή του κτιρίου ήταν ειδική παραγγελία, και μάλιστα κρατική περιουσία, και είχαν σφραγιστεί για να μην κλαπούν και χρησιμοποιηθούν αλλού. Σφραγισμένα τούβλα και κεραμίδια είναι γνωστά από πολλά μέρη της χώρας, και από την ίδια τη Σπάρτη, με το όνομα του εργολάβου (του «εργώνα») που τα κατασκεύασε και το όνομα του βασιλιά ή του άρχοντα που τα παρήγγειλε. 
Τα λείψανα της κινητής σκηνής στη Σπάρτη συνίστανται σε δύο διαφορετικές κατασκευές: το κτήριο όπου φυλασσόταν και τις τροχιές πάνω στις οποίες εμετακινείτο κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Όλα αυτά τα λείψανα εντοπίστηκαν μετακινημένα ή καλυμμένα από τις μεταγενέστερες κατασκευές της ρωμαϊκής σκηνής που κατέλαβε το χώρο μπροστά από την ορχήστρα. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, στη θέση της άχρηστης σκηνοθήκης σήμερα βλέπουμε τα λείψανα ενός ρωμαϊκού Νυμφαίου, ενός διακοσμητικού σιντριβανιού, για το κτίσιμο του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί τα σφραγισμένα τούβλα της αρχικής κατασκευής.


Η πρώτη λίθινη σκηνή

Η πρώτη λίθινη σκηνή, η οποία ακολούθησε την καταστροφή της ξύλινης κινητής, ήταν δωρικού ρυθμού και είχε υπερυψωμένο προσκήνιο ακολουθώντας τον συνηθισμένο τύπο της εποχής εκείνης. Η προσεκτική ανασκαφή της θεμελίωσης της σκηνής αυτής μας απέδωσε στοιχεία που χρονολογούν την κατασκευή αυτή, η οποία δεν σώζεται πια, στο δεύτερο μισό του 1ου οχ αιώνα, γύρω στα 30- 20 οχ, την εποχή που έζησε ο πλούσιος Φαιός Ιούλιος Ευρυκλής, διοικητής της Σπάρτης, προσωπικός φίλος και προστατευόμενος του Αυτοκράτορα Αυγούστου. Σε αυτόν πρέπει να αποδοθεί και η κατασκευή του Κοίλου, το οποίο όπως έχουμε ήδη αναφέρει ανήκει σε αρχιτεκτονικό τύπο της εποχής αυτής. Τα περισσότερα αρχιτεκτονικά μέλη της δωρικής σκηνής έχουν εντοπιστεί σπασμένα σε μικρά κομμάτια και χρησιμοποιημένα ως απλό οικοδομικό υλικό. 
Τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά μέλη, σκαλισμένα σε καλής ποιότητας τοπικό μάρμαρο, χωρίζονται σε δύο ομάδες. Μια σειρά κιόνων με ύψος 5,50 μέτρα, με τρίγλυφα, απλές ακόσμητες μετόπες και δωρικό γείσο, πρέπει να ανήκει στη σκηνή αυτή καθαυτή. Μια άλλη ομάδα θραυσμάτων, μικροτέρου μεγέθους, χαρακτηρίζεται από γείσο που μιμείται τον κορινθιακό ρυθμό με την προσθήκη ανάγλυφης φυτικής διακόσμησης. Αυτά ίσως ανήκουν στον πάνω όροφο της σκηνής, ή μια στοά στα παρασκήνια, ή ίσως και το προσκήνιο. Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τη μορφή που είχε η υπόλοιπη σκηνή κατά την πρώιμη αυτή ρωμαϊκή φάση. Και γι’ αυτή τη φάση, μόνο η συνέχιση της ανασκαφικής έρευνας μπορεί να μας δώσει στοιχεία για να προχωρήσουμε σε πλήρη αποκατάσταση της μορφής που είχε το Θέατρο και η σκηνή την εποχή αυτή.

Η σκηνή του Θεάτρου 3

Στην ανασκαφή βρέθηκαν πεσμένα τα περισσότερα από τα αρχιτεκτονικά μέλη της τελευταίας φάσης της σκηνής. Αυτή είναι κορινθιακού ρυθμού, διώροφη και ύψους 10- 12 μέτρων, αν και στα ευρήματα εντοπίζονται πολλά διαφορετικά μεγέθη, ποικιλία η οποία πρέπει να αποδοθεί σε αντίστοιχα οικοδομήματα ή ανάλογες φάσεις επισκευής της σκηνής. Στο επιστύλιο αυτής της σκηνής έχει χαραχθεί επιγραφή που χρονολογείται ακριβώς στα 78 μΧ και αναφέρεται στη δωρεά του οικοδομήματος από τον αυτοκράτορα Βεσπασιανό προς τους Λακεδαιμονίους. Η σκηνή ήταν όπως ήδη είπαμε διώροφη, κορινθιακού ρυθμού στο κάτω και πιθανόν περγαμηνού ρυθμού στο πάνω μέρος. Οι κίονες του κάτω ορόφου είχαν ύψος 5 μέτρα, ενώ οι κίονες του πάνω κάτι λιγότερο. Για να διασπάται η ομοιομορφία των μεγάλων κιονοστοιχιών, οι πόρτες της σκηνής προς την ορχήστρα είχαν διακοσμηθεί με ναϊσκόμορφες κατασκευές που προεξείχαν. Οι βάσεις των κιόνων των προεξοχών αυτών σώζονται και οι έξι στη θέση τους, πράγμα που θα βοηθήσει πολύ σε πιθανή αναστύλωση στο μέλλον. Οι τεράστιοι μονολιθικοί κίονες είναι φτιαγμένοι από γρανίτη της Τροίας, ενώ τα κιονόκρανα από λευκό πεντελικό μάρμαρο. Στο κέντρο της σκηνής είχαν ίσως τοποθετηθεί λευκοί κίονες με ραβδώσεις ή οι εντυπωσιακοί κίονες με την ελικοειδή διακόσμηση και τα ανάγλυφα φύλλα, που θυμίζουν την μπαρόκ αρχιτεκτονική της Μικράς Ασίας.

5.11.16

Θέατρο Νικόπολης (Ωδείο Νικόπολης)

Το ρωμαϊκό ωδείο, από τα σημαντικότερα και καλύτερα διατηρημένα μνημεία της Νικόπολης, αποτελεί πραγματικό αρχιτεκτονικό έργο τέχνης, δημιούργημα κάποιου άγνωστου, αλλά σπουδαίου αρχιτέκτονα. Βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, στη δυτική πλευρά του παλαιοχριστιανικού τείχους, και συνορεύει με τη ρωμαϊκή αγορά (forum). Σε αυτό πραγματοποιούνταν ομιλίες, φιλολογικοί και μουσικοί αγώνες, αλλά και θεατρικές παραστάσεις κατά τη διάρκεια των Νέων Ακτίων, θρησκευτικών αγώνων που τελούνταν προς τιμή του Απόλλωνα. Το υπόλοιπο διάστημα του χρόνου πιθανόν λειτουργούσε και ως βουλευτήριο, καθώς γειτνίαζε με την αγορά. Κατασκευάσθηκε στα χρόνια του Αυγούστου (αρχές 1ου αι. μ.Χ.) και δέχθηκε διάφορες επισκευές και μετατροπές στο τέλος του 2ου - αρχές 3ου αι. μ.Χ. 

Το ωδείο αποτελείται από το κοίλο, την ορχήστρα και τη σκηνή. Το κοίλο διέθετε 19 σειρές εδωλίων και χωριζόταν σε δύο τμήματα με ένα μικρό οριζόντιο διάδρομο στο κέντρο του. Τα εδώλια είχαν επενδυθεί με πλάκες ασβεστόλιθου και στην πρώτη τους σειρά, που δεν έχει διατηρηθεί, βρίσκονταν οι θέσεις των επισήμων. Στη δέκατη σειρά των καθισμάτων υπάρχουν μικρά ανοίγματα, τα οποία έγιναν για λόγους ακουστικής. Τρεις ημικυκλικές στοές στηρίζουν το κοίλο, εξασφαλίζοντας έτσι την κλίση του. Οι στοές αυτές έχουν διαφορετικό ύψος, με χαμηλότερη την εσωτερική και ψηλότερη την εξωτερική. Στο μέσο του κοίλου υπάρχει ακόμη μια δίοδος, η οποία διέθετε πλακοστρωμένο δάπεδο και τοίχους επενδυμένους με πλάκες, και χρησίμευε στην άμεση επικοινωνία των στοών κάτω από το κοίλο με την ορχήστρα. Στην υστερορωμαϊκή περίοδο η δίοδος αυτή έγινε πιο στενή, καθώς εκεί κτίστηκε ένας βωμός. Η πρόσβαση των θεατών προς τα εδώλια γινόταν από μια διπλή σκάλα που βρισκόταν στο μέσο της νότιας πρόσοψης του κοίλου, ενώ άλλες δύο μικρότερες σκάλες στις πλάγιες πλευρές οδηγούσαν στο εσωτερικό του κοίλου. Η ορχήστρα είχε ημικυκλική μορφή και ήταν διακοσμημένη με πολύχρωμα μαρμαροθετήματα, τμήματα των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα. Οι πάροδοι, αριστερά και δεξιά του κοίλου, στεγάζονταν με καμάρα και είχαν πλακοστρωμένο δάπεδο. Η σκηνή διέθετε τρεις εισόδους, μέσω των οποίων είχε κανείς πρόσβαση στο δρόμο που βρισκόταν βόρεια του ωδείου. Μεταξύ της σκηνής και του προσκηνίου διακρίνεται ένας βαθύς στενός διάδρομος, με πλάτος 0,90 μ. και βάθος 2,82 μ. Πρόκειται για την «αύλακα των σκηνικών?, που χρησίμευε για την ανύψωση της αυλαίας σε κάθε θεατρική παράσταση. Από τα ευρήματα και τα νομίσματα που αποκαλύφθηκαν στο σημείο αυτό, συμπεραίνουμε, ότι το ωδείο πρέπει να χρησιμοποιήθηκε μέχρι και το δεύτερο μισό του 3ου αι. μ.Χ. 

Σήμερα το μνημείο έχει ανασκαφεί πλήρως και έχουν πραγματοποιηθεί εκτεταμένες εργασίες συμπλήρωσης στα εδώλια, στο κοίλο, στο προσκήνιο και στη σκηνή.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΙΑΜΑΤΙΚΩΝ ΛΟΥΤΡΩΝ ΚΑΙ Η ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥΣ ΣΕ SPA

Τα νερά των φυσικών ή ιαματικών πηγών είναι νερά, που πηγάζουν μέσα από πετρώματα και βράχους που βγαίνουν από τα έγκατα της γης. Είναι εμπλ...