MythologyMythologyDocumentariesFestivalspersonswarsBeutiful HellasArtFun
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάχες των Ελλήνων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάχες των Ελλήνων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2.8.17

Μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.)

Η μάχη της Χαιρώνειας διεξήχθη το 338 π.Χ. μεταξύ του μακεδονικού βασιλείου και των συνασπισμένων στρατευμάτων της Αθήνας, της Κορίνθου, της Κέρκυρας, της Λευκάδας, της Αχαΐας, των Μεγάρων, της Ακαρνανίας, της Εύβοιας και του Κοινού των Βοιωτών, ηγέτιδα του οποίου ήταν η Θήβα. Οι Μακεδόνες αναδείχτηκαν θριαμβευτές. Το πεδίο της μάχης βρίσκεται στον κάμπο της Βοιωτίας, πολύ κοντά στον αρχαίο οικισμό της Χαιρώνειας και το σημερινό ομώνυμο χωριό. Απέχει 13 χιλιόμετρα βόρεια από τη Λιβαδειά.

Η συγκεκριμένη σύγκρουση υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα του ύστερου 4ου αιώνα π.Χ.

Ο Φίλιππος Β', μονάρχης της Μακεδονίας, κατόρθωσε μετά από πολλά έτη αιματηρών εκστρατειών και έντονων διπλωματικών διαβουλεύσεων να καθυποτάξει και τους τελευταίους πυλώνες αντίστασης στα σχέδια του για επικράτηση στον ελλαδικό χώρο. Η μάχη της Χαιρώνειας σηματοδοτεί ουσιαστικά την αφετηρία της μακεδονικής κυριαρχίας στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας για σχεδόν έναν αιώνα.

Επίσης, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και από στρατιωτική άποψη, αναδεικνύοντας ολοφάνερα την υπεροχή της μακεδονικής φάλαγγας έναντι των προγενέστερων αντίστοιχων τύπων των πόλεων-κρατών.

Αναλογιζόμενοι σήμερα την έκρηξη του μακεδονικού ελληνισμού και την ασύλληπτη εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ασία, το συναίσθημα της υπερηφάνειας είναι σχεδόν αναπόφευκτο - πρόκειται για το πλεονέκτημα που μας εξασφαλίζει ο χρόνος. Ετσι, συχνά επενδύουμε τα γεγονότα αυτά με έναν πατριωτικό συναισθηματισμό που ανήκει σε κατοπινές αντιλήψεις για την εθνική μας ταυτότητα και δυσκολευόμαστε να συνειδητοποιήσουμε τη βία της τεράστιας μεταστροφής που σήμανε για τα ελληνικά πράγματα η αυγή της μακεδονικής ισχύος. Η διεύρυνση των ελληνικών πολιτικών επιδιώξεων και η μετάβαση από τον «τοπικισμό» στον «διεθνισμό» - όπως θα έλεγε κανείς με σύγχρονους όρους - ήταν μια άγρια και αιματηρή υπόθεση που, μολονότι βρήκε υποστηρικτές σε όλον τον ελλαδικό χώρο, σε καμία περίπτωση δεν βασίστηκε στη συναίνεση και στην ομοψυχία.

Η πανελλήνια ιδέα
Εχουμε αναφερθεί ξανά στην πανελλήνια ιδέα, μιλώντας για τα κίνητρα της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου (τ. 4, 16.3.2003). «Πανελλήνια ιδέα» ονομάζουμε το ιδεολογικό μόρφωμα που βασίστηκε στη σταδιακή εγκατάλειψη της πίστης στην ανεξάρτητη πόλη-κράτος και στον οραματισμό μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας που θα κατόρθωνε να ενώσει τους διχασμένους Ελληνες κατά των βαρβάρων και να τερματίσει την υποταγή των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας στην Περσική Αυτοκρατορία.

Η ιδέα της ένωσης υπό κοινή εξουσία είχε πολλούς υπερασπιστές. Ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» εκφράζει την άποψη ότι από τη φύση της η μοναρχία υπερτερεί των άλλων μεθόδων, καθ' ότι ο ηγεμόνας επιθυμεί τόσο τη συντήρηση του πλούτου των προνομιούχων όσο και την ευημερία του λαού. Ο δε Ισοκράτης, ίσως ο πιο θερμός υποστηρικτής της πανελλήνιας ιδέας, πίστευε ότι μόνο το ισχυρό χέρι ενός μονάρχη θα μπορούσε να τερματίσει τον αλληλοσπαραγμό των πόλεων-κρατών και να εδραιώσει την πολυπόθητη ενότητα.

Από την άλλη, το κοινό αίσθημα στις πάλαι ποτέ κραταιές πόλεις-κράτη μάλλον δεν συμφωνούσε με αυτές τις εκτιμήσεις. Η περίπτωση του Δημοσθένη είναι χαρακτηριστική κατά το ότι εκφράζει τη δυσκολία του αρχαίου πολίτη να αποσχισθεί από ένα modus vivendi που συνιστούσε την ίδια την ουσία της πολιτικής ύπαρξής του, να αποκηρύξει την πίστη στην ανεξαρτησία της πόλης του και το δικαίωμά του να συμμετέχει στις αποφάσεις της. Δεν είναι λοιπόν διόλου παράξενο το ότι πολλοί από τους υπόλοιπους Ελληνες είδαν την αντιπαράθεση με τους Μακεδόνες ως σύγκρουση μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας.

Μολαταύτα θα μπορούσε να πει κανείς ότι στις συνθήκες του 4ου αιώνα π.Χ., η πανελλήνια ιδέα ήταν μια τολμηρά σύγχρονη πολιτική θεώρηση. Από τη φύση της - λόγω της πίστης στην αναγκαιότητα κεντρικής εξουσίας - χρειαζόταν μια ισχυρή, θαρραλέα, ακόμη και αδίστακτη, προσωπικότητα για να την ενσαρκώσει. Η προσωπικότητα αυτή ήταν ο Φίλιππος Β' ο Μακεδών.

Η Μακεδονία του Φιλίππου
Αμέσως μετά την ενθρόνισή του το 359 π.Χ., ο Φίλιππος επικέντρωσε τις προσπάθειές του στην εδραίωση της εξουσίας του. Αφότου εξασφάλισε την υποταγή των φύλων της Ανω Μακεδονίας, στράφηκε προς την στρατηγικής σημασίας Αμφίπολη, η κατάληψη της οποίας το 357 π.Χ. του έδωσε συν τοις άλλοις τη δυνατότητα να ελέγξει τα μεταλλεία του Παγγαίου Ορους. Στη συνέχεια ο Φίλιππος κατέλαβε την Πύδνα, την Ποτείδαια και τη Μεθώνη. Ο Ιερός Πόλεμος που είχε κηρύξει η Δελφική Αμφικτιονία - την οποία ηγεμόνευε ουσιαστικά η Θήβα - για την απελευθέρωση των Δελφών από τους Φωκείς, έδωσε την ευκαιρία στον Φίλιππο, το 352 π.Χ., να νικήσει τον στρατηγό των Φωκαίων Ονόμαρχο, να εκδιώξει τους Φωκείς από τη Θεσσαλία και να εγκαταστήσει στρατιωτικές φρουρές σε όλη τη Μαγνησία.

Ο Φίλιππος εκστράτευσε πλειστάκις κατά της Θράκης και έτσι ουσιαστικά πέτυχε να κυριαρχήσει σε όλη την περιοχή από τη Θεσσαλία ως τα στενά του Βοσπόρου - πλην της Χαλκιδικής. Ευλόγως ο Φίλιππος δεν επιθυμούσε αυτή την ενόχληση στη μέση των εδαφών του μακεδονικού κράτους και έτσι, ύστερα από μια σειρά άγριων πολιορκιών, κατόρθωσε να προσαρτήσει και τη Χαλκιδική, το 348 π.Χ. Αλλες πόλεις δέχθηκαν την εισβολή και υποτάχθηκαν ενώ άλλες - γνωστότερη ανάμεσά τους η Ολυνθος - αντιστάθηκαν και καταστράφηκαν ολοσχερώς.

Η σκληρότητα που επέδειξε ο Φίλιππος στην προσάρτηση της Χαλκιδικής τάραξε πολλούς Ελληνες. Οι αντίπαλοί του στην Αθήνα, όπως ο Δημοσθένης, σίγουρα μπορούσαν πλέον να μιλούν για τον «βάρβαρο κατακτητή», ακόμη και οι συμπαθούντες όμως αναρωτιόνταν πού θα σταματούσε ο μακεδόνας στρατηλάτης αν του επιτρεπόταν να κατέλθει στην Κεντρική Ελλάδα. Εν πάση περιπτώσει, ήταν ο Φίλιππος που, παρά το στρατηγικό πλεονέκτημά του, επιδίωξε την ειρήνη και όχι οι Θηβαίοι - που προσέβλεπαν σε αυτόν για να τους συνδράμει στη συνέχιση του Ιερού Πολέμου - ή οι Αθηναίοι - που είχαν ακόμη αξιώσεις για την Αμφίπολη και φοβούνταν για την εμπορική τους δραστηριότητα στα στενά του Βοσπόρου.

Η Φιλοκράτειος ειρήνη
Η πολιτική του Φιλίππου ήταν ιδιοφυής. Στον Βορρά εδραίωνε την ισχύ του, οργάνωνε τον στρατό του και παραδειγμάτιζε τις πόλεις-κράτη της Κεντρικής Ελλάδας με τη σκληρότητά του. Ταυτόχρονα, προς τον Νότο επεδείκνυε μεγάλη ανεκτικότητα, στέλνοντας το μήνυμα ότι επιθυμούσε τη συμμαχία και τη συμπόρευση και όχι τον πόλεμο. Η πολιτική αυτή άσκησε μεγάλη πίεση και τελικά απέδωσε, οδηγώντας στη λεγόμενη Φιλοκράτειο ειρήνη, το 346 π.Χ.

Ο Φίλιππος εκμεταλλεύθηκε την ειρήνη και άρχισε να εξαγοράζει τη συμπάθεια των μικρότερων πόλεων, επεκτείνοντας λίγο λίγο την επιρροή του. Η προσπάθειά του αυτή προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις στην Αθήνα. Ο Δημοσθένης στους λόγους του πάσχιζε να πείσει τους Αθηναίους για την απειλή που διαγραφόταν αλλά και τους Ελληνες γενικότερα ότι ο Φίλιππος ενσάρκωνε την εν δυνάμει κατάλυση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας τους. Με τη συνδρομή του Υπερείδη και του Λυκούργου, ο Δημοσθένης πέτυχε τελικά να υπερισχύσει έναντι του Ισοκράτη και του Αισχίνη που υποστήριζαν τη σύμπραξη με τη Μακεδονία.

Η απόφαση του Φιλίππου να καταλάβει τις Θερμοπύλες ήταν καθοριστική για τη στάση των Αθηναίων. Ο Αισχίνης δικάστηκε ως προδότης και ο Φιλοκράτης εξορίστηκε. Ο Δημοσθένης είχε επικρατήσει και οι φιλομακεδόνες πλέον κινδύνευαν να κατηγορηθούν ως προδότες αν εξέφραζαν τις απόψεις τους. Ο Δημοσθένης πέτυχε να συνάψει συμμαχία μεταξύ της Αθήνας, της Φωκίδας, της Εύβοιας, των Μεγάρων, της Κορίνθου, της Αχαΐας και της Λευκάδας. Ο Φίλιππος ανησύχησε για την εξέλιξη αυτή αλλά η Δελφική Αμφικτιονία τού έδωσε και πάλι το πρόσχημα να επέμβει.

Η Δελφική Αμφικτιονία κήρυξε τον πόλεμο στην Αμφισσα της Λοκρίδας, με την αιτιολογία ότι είχε καταλάβει εκτάσεις που ανήκαν στο Ιερό των Δελφών, και ζήτησε από τον Φίλιππο να αναλάβει την ηγεσία. Οταν ο Φίλιππος άφησε πίσω του τις Θερμοπύλες και κατευθύνθηκε προς τη Φωκίδα, οι Αθηναίοι πανικοβλήθηκαν. Οι πρέσβεις των Αθηναίων με επικεφαλής τον Δημοσθένη έσπευσαν στη Θήβα, ζητώντας τη συνδρομή της κατά του Φιλίππου. Οι Θηβαίοι - ως τότε σύμμαχοι των Μακεδόνων, καθ' ότι ουσιαστικά ήλεγχαν τη Δελφική Αμφικτιονία - επείσθησαν, ιδιαίτερα λόγω των ανταλλαγμάτων που τους προσέφεραν οι Αθηναίοι.

Πριν τη Χαιρώνεια
Ο Φίλιππος είχε ήδη επιτύχει να διευρύνει σημαντικότατα τη σφαίρα επιρροής του στο χώρο των νότιων Βαλκανίων. Κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του κατάφερε να τιθασεύσει τους σκληροτράχηλους λαούς που συνόρευαν με τη Μακεδονία. Στον ελλαδικό χώρο πέτυχε με περίτεχνους διπλωματικούς χειρισμούς να εγκαταστήσει παρατάξεις φιλικά προσκείμενες προς το πρόσωπό του, αποκτώντας με αυτό τον τρόπο το δικαίωμα να επεμβαίνει και να αναμειγνύεται στα πολιτικά τεκταινόμενα των υπόλοιπων Ελλήνων. Επίσης, είχε προσεταιριστεί την άρχουσα τάξη της Θεσσαλίας, ενώ με το πέρας του Γ' Ιερού Πολέμου (355-352 π.Χ.) εξασφάλισε τη συμμετοχή της Μακεδονίας στο Αμφικτυονικό Συνέδριο των Δελφών.

Παρόλα αυτά όμως, η άλλοτε κραταιά δύναμη Αθήνα εξακολουθούσε να αψηφά την ολοένα αυξανόμενη ισχύ της Μακεδονίας και έθετε εμπόδια για περαιτέρω επέκτασή της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνδρομή σε πλοία που παρείχε η Αθήνα στο Βυζάντιο τον καιρό που πολιορκούταν στενά από τις δυνάμεις του Φιλίππου (340 π.Χ.). Δύο χρόνια αργότερα, ο ισχυρός άνδρας της Μακεδονίας αποφάσισε να βάλει τέλος στην αμφισβήτηση που υφίστατο από τους περήφανους Αθηναίους.

Ο μακεδονικός στρατός συγκεντρώθηκε και το φθινόπωρο του 339 π.Χ. κατέλαβε αιφνιδιαστικά την πρωτεύουσα πόλη Ελάτεια της Φωκίδας (στο νομό Φθιώτιδας σήμερα). Τα νέα, «Ελάτεια κατείληπται», διαδόθηκαν τάχιστα στην πόλη της Αθήνας και ένα αίσθημα πανικού κυρίεψε το δήμο. Η σωφροσύνη και η ψυχραιμία δεν άργησαν να πρυτανεύσουν στην κοινή γνώμη και οι πολίτες της Αθήνας, έχοντας επίγνωση του ένδοξου παρελθόντος τους, έστειλαν πρέσβη στη Θήβα τον χαρισματικό ρήτορα Δημοσθένη με αίτημα να αντιμετωπίσουν μαζί τη μακεδονική εισβολή. Οι Βοιωτοί, παρόλο που είχαν συνάψει σύμφωνο συμμαχίας με το Φίλιππο, δεν άργησαν να μεταστρέψουν τη στάση τους. Ο Φίλιππος αποπειράθηκε ανεπιτυχώς να τους μεταπείσει, αποστέλλοντας τον ονομαστό πρέσβη του Πύθωνα το Βυζάντιο. Αθήνα και Κοινό των Βοιωτών συμφώνησαν να ξεκινήσουν άμεσα πολεμικές προπαρασκευές. Οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές δεν άργησαν να παρευρεθούν στην πεδιάδα της Χαιρώνειας, όπου έλαβε χώρα η συμπλοκή.

Η μάχη στη Χαιρώνεια
Ο Φίλιππος χτύπησε με αποτελεσματικότητα και κατέλαβε την Αμφισσα και τη Ναύπακτο. Οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους συγκέντρωσαν τα στρατεύματά τους στη στενή πεδιάδα της Χαιρώνειας, η οποία ήταν πρόσφορη για αμυντικό πόλεμο. Νωρίς το πρωί, στις 2 Αυγούστου 338 π.Χ., τα δύο στρατεύματα βρέθηκαν αντιμέτωπα.

Μολονότι οι λιγοστές πληροφορίες που σώζονται δεν επαρκούν για να είμαστε βέβαιοι, υπολογίζεται ότι οι σύμμαχοι διέθεταν περί τους 35.000 πεζούς και 2.000 ιππείς. Το στράτευμα παρατάχθηκε από την κώμη της Χαιρώνειας ως τον Κηφισό ποταμό, σε μια απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων. Στο αριστερό πλευρό της παράταξης (στην κώμη της Χαιρώνειας) βρίσκονταν οι Αθηναίοι, υπό τις διαταγές των στρατηγών Λυσικλή, Στρατοκλή και Χάρη. Στο κέντρο βρίσκονταν σύμμαχοι από διάφορες περιοχές, Κορίνθιοι, Φωκείς κ.ά. Και στο δεξιό πλευρό (δίπλα στον Κηφισό ποταμό) βρίσκονταν οι Βοιωτοί, με τον Ιερό Λόχο των Θηβαίων υπό τις διαταγές του Θεαγένη.

Ο μακεδονικός στρατός ήταν κατά τι μικρότερος - αριθμούσε 30.000 πεζούς και 2.000 ιππείς -, ήταν όμως ασύγκριτα πιο αποτελεσματικός και ετοιμοπόλεμος. Στο δεξιό πλευρό, δηλαδή απέναντι από τους Αθηναίους, παρατάχθηκε το ελαφρύ πεζικό, μαζί με το επίλεκτο σώμα πεζικού, τους λεγόμενους «υπασπιστές», με επικεφαλής τον ίδιο τον Φίλιππο. Στο κέντρο και στο αριστερό πλευρό της παράταξης βρισκόταν το κύριο σώμα της μακεδονικής φάλαγγας με τις σάρισες, ενώ το άκρο του αριστερού πλευρού ενίσχυε το βαρύ ιππικό, με επικεφαλής τον μόλις δεκαοκτάχρονο Αλέξανδρο. Η άνιση αυτή κατανομή του στρατεύματος, γνωστή ως «λοξή παράταξη», ήταν ιδιοφυής επιλογή. (Θα τη χρησιμοποιούσε άλλωστε αργότερα και ο Αλέξανδρος στις μάχες του κατά των Περσών.)

Ο Φίλιππος διέταξε πρώτα το δεξιό πλευρό να επιτεθεί στους Αθηναίους. Οι Αθηναίοι αντεπιτέθηκαν, ενώ το ελαφρύ πεζικό των Μακεδόνων υποχωρούσε, παρασύροντάς τους ολοένα μακρύτερα από το κύριο συμμαχικό σώμα. Καθώς ο Φίλιππος έμοιαζε να υποχωρεί - με υποδειγματική πειθαρχία - οι Αθηναίοι πίστεψαν ότι νικούσαν και διέσπασαν ακόμη περισσότερο τη συνοχή του στρατεύματος. Λέγεται μάλιστα ότι ο στρατηγός τους Στρατοκλής τόσο ενθουσιάστηκε από την υποχώρηση των Μακεδόνων, ώστε κραύγασε «Ες Μακεδονίαν!», παροτρύνοντας τους άνδρες του να καταδιώξουν τον Φίλιππο ως τη Μακεδονία.

Στο άλλο άκρο της παράταξης, όμως, οι Βοιωτοί αντιμετώπιζαν προβλήματα από τους σαρισοφόρους Μακεδόνες, οι οποίοι πίεζαν σταθερά. Ο δε Ιερός Λόχος των Θηβαίων δεχόταν τις αλλεπάλληλες εφορμήσεις του μακεδονικού ιππικού υπό τον Αλέξανδρο.

Η ήττα των συμμάχων

Οι Αθηναίοι εξακολούθησαν να ακολουθούν τον Φίλιππο, με αποτέλεσμα να παρασύρουν και τμήματα του κέντρου της συμμαχικής παράταξης, η οποία διασπάστηκε, αφήνοντας ακάλυπτο το πλευρό που υπερασπίζονταν οι Θηβαίοι. Ο Αλέξανδρος αντιλήφθηκε αμέσως το κενό και εισχώρησε πλευροκοπώντας τους Θηβαίους. Πολλοί σύμμαχοι, βλέποντας τους μακεδόνες ιππείς μέσα στις γραμμές τους, τράπηκαν σε φυγή.

Μόλις ο Φίλιππος παρατήρησε ότι ο γιος του είχε διεισδύσει στην παράταξη του εχθρού, σταμάτησε να υποχωρεί και πέρασε στην αντεπίθεση. Οι Αθηναίοι αιφνιδιάστηκαν από τους εκπαιδευμένους και πειθαρχημένους Μακεδόνες. Στην αρχή προσπάθησαν να υποχωρήσουν συντεταγμένα αλλά γρήγορα η πειθαρχία τους έσπασε και τράπηκαν και αυτοί σε φυγή.

Οι μόνοι που δεν υποχώρησαν ήταν οι Ιερολοχίτες. Αντιστάθηκαν απελπισμένα στις επιθέσεις του Αλεξάνδρου, ακόμη και μετά τον θάνατο του Θεαγένη, και έπεσαν μέχρις ενός. Αλλά και οι άλλοι σύμμαχοι υπέστησαν βαριές απώλειες. Περίπου 1.000 Αθηναίοι κείτονταν νεκροί στην πεδιάδα της Χαιρώνειας και περίπου 2.000 είχαν αιχμαλωτιστεί. Ανάμεσα σε αυτούς που κατόρθωσαν να διαφύγουν λέγεται ότι ήταν και ο Δημοσθένης.

Η μοίρα των ηττημένων


Ο Φίλιππος ήταν μάλλον επιεικής με τους ηττημένους συμμάχους. Η στάση του βέβαια είναι εύλογη, αν αναλογιστεί κανείς ότι δεν επιθυμούσε τόσο τη σύγκρουση με τους υπόλοιπους Ελληνες όσο την ένωσή τους και τη συστράτευσή τους υπό μακεδονική ηγεσία. Πάνω από όλα ήθελε να τον αποδεχθούν οι Αθηναίοι - ίσως κάποιο ρόλο να έπαιξε και η επιθυμία του να τους αποδείξει ότι δεν ήταν «βάρβαρος» όπως τον κατηγορούσαν.

Εν πάση περιπτώσει, ο Φίλιππος επέτρεψε στην Αθήνα να διατηρήσει την αυτονομία της και της επέστρεψε τους αιχμαλώτους δίχως να ζητήσει λύτρα. Την αρχική έκπληξη των Αθηναίων διαδέχτηκε ο ειλικρινής θαυμασμός. Ανδριάντες του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου τοποθετήθηκαν στην Αγορά και τους απονεμήθηκε ο τίτλος του αθηναίου πολίτη.

Η Θήβα όμως δεν ήταν τόσο τυχερή. Αλλωστε, η στάση της δεν ήταν η ίδια με αυτή της Αθήνας· εφόσον η Θήβα ήταν μέχρι πρότινος σύμμαχος της Μακεδονίας μπορούσε να θεωρηθεί προδότρια και ως τέτοια υπέστη πιο σκληρή μεταχείριση. Οι ηγέτες της αντιμακεδονικής παράταξης θανατώθηκαν και ο Φίλιππος άφησε στη Θήβα μακεδονική φρουρά.

Ο Φίλιππος ήταν πια ο αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας των Ελλήνων. Ο ίδιος δεν πρόλαβε να δει να γίνεται πραγματικότητα το όραμά του για συστράτευση των Ελλήνων κατά των Περσών. Το όραμα αυτό έφερε σε πέρας ο γιος του Αλέξανδρος. Ο Φίλιππος όμως πρόλαβε να δρέψει ορισμένους από τους καρπούς της δράσης του. Οι περισσότερες ελληνικές πόλεις - εκτός από τη Σπάρτη - αποδέχθηκαν την πρόσκλησή του και έστειλαν αντιπροσώπους στο Συνέδριο της Κορίνθου. Την άνοιξη του 337 π.Χ. οι αντιπρόσωποι αποφάσισαν ότι οι πόλεις θα ενώνονταν σε μία «ομοσπονδία» με το όνομα Ελληνες. Κάθε πόλη θα διατηρούσε την αυτονομία της αλλά όλες θα απολάμβαναν την «κοινή τοις έλλησιν ειρήνη».

Η μακεδονική φάλαγγα, όπως αναπτύχθηκε από τον Φίλιππο Β', ήταν το μεγάλο πλεονέκτημα του μακεδονικού στρατού. Ο Φίλιππος κατά πάσα πιθανότητα είχε γνώση της παραδοσιακής φάλαγγας από την παραμονή του στη Θήβα. Είχε λοιπόν επισημάνει τόσο τα προτερήματα όσο και τα μειονεκτήματά της και έτσι κατόρθωσε να τη βελτιώσει. Διπλασίασε τις σειρές (στοίχους) των στρατιωτών - από οκτώ τις έκανε δεκαέξι - και εξόπλισε τους στρατιώτες με τη σάρισα, ένα δόρυ μήκους τεσσάρων-επτά μέτρων. Οι στρατιώτες έφεραν επίσης μια μικρή στρογγυλή ασπίδα, την «πέλτη». Η βασική μονάδα της φάλαγγας ήταν το σύνταγμα, το οποίο παρατασσόταν σε βάθος 16 ανδρών, και αριθμούσε 256 στρατιώτες. Στον σχηματισμό μάχης, οι πρώτες πέντε σειρές κρατούσαν τις σάρισες οριζόντια μπροστά τους, ενώ οι έντεκα που ακολουθούσαν τις κρατούσαν όρθιες. Σε κάθε πλευρό του συντάγματος αναπτυσσόταν ελαφρό πεζικό, καθώς και τοξότες, για προστασία, ενώ τα πλευρά της φάλαγγας συνολικά ενίσχυε το ιππικό. Στόχος της μακεδονικής φάλαγγας δεν ήταν τόσο η άμεση επίθεση - αποστολή την οποία εκπλήρωνε το βαρύ ιππικό - αλλά η διαρκής πίεση της παράταξης του εχθρού, ώστε να δημιουργηθούν κενά στα οποία το ιππικό θα μπορούσε να διεισδύσει.


Πηγή/Φωτογραφία/Βιβλιογραφία

Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ιστορική, 16
Krentz, Peter. Συμβολή στο The Cambridge History of Greek and Roman Warfare - Volume I: Greece, the Hellenistic World and the Rise of Rome (ed. P. Sabin, H. Van Vees, M. Witby), Cambridge University Press, 2007, σ.175. ISBN 978-0-521-78273-9.
Buckler, John (1989). Philip II and the Sacred War. Leiden, The Netherlands: E. J. Brill. ISBN 90-04-09095-9.
http://www.tovima.gr
Buckley, Terry (1996). Aspects of Greek History, 750–323 BC: A Source-based Approach. London, United Kingdom: Routledge. ISBN 0-415-09957-9.
Cawkwell, George (1978). Philip II of Macedon. London, United Kingdom: Faber & Faber. ISBN 0-571-10958-6.
Davis, Paul K. (1999). 100 Decisive Battles from Ancient Times to the Present: The World’s Major Battles and How They Shaped History. Oxford, United Kingdom: Oxford University Press. ISBN 0-19-514366-3.
Gaebel, Robert E. (2004). Cavalry Operations in the Ancient Greek World. Norman, Oklahoma: University of Oklahoma Press. ISBN 0-8061-3444-5.
Hornblower, Simon (2002). The Greek World, 479–323 BC (Third ed.). London, United Kingdom: Routledge. ISBN 0-415-16326-9.

22.6.17

Η Μάχη στο Δημητρίτσι, 7 Νοεμβρίου 1185

Η πρώτη αναφορά στο χωριό Δημητρίτσι γίνεται ιστορικά στα 1185 μ.Χ. Νωρίτερα δε γίνεται μνεία του ονόματος του χωριού. Ίσως δε μαρτυρείται από ιστορική άποψη. Το 1185 οι Νορμανδοί, που κατάγονταν από τη Γαλλία και είχαν καταλάβει την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, πέρασαν στο Δυρράχιο της Αλβανίας και στη συνέχεια επιτέθηκαν εναντίον της Θεσσαλονίκης, την οποία κατέλαβαν και λεηλάτησαν άγρια. Κατόπιν κατέλαβαν τις Σέρρες, την Αμφίπολη και την Κομοτηνή, ενώ ο κύριος όγκος του στρατού τους συγκεντρώθηκε στην πεδιάδα στο χώρο του Δημητρίτζη. Εκεί έφτασε και ο βυζαντινός στρατός του Ισαακίου Αγγέλου με επικεφαλής το στρατηγό Αλέξιο Βρανά, γόνο της μεγάλης αριστοκρατικής και στρατιωτικής οικογένειας των Βρανάδων. 
Στα τέλη του 12ου αιώνα η Βυζαντινή αυτοκρατορία δέχτηκε ένα από τα πιο ισχυρά πλήγματα. Οι Νορμανδοί της Σικελίας οργάνωσαν μια επίθεση εναντίον της με απώτερο στόχο την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και την άνοδο στο θρόνο του βασιλιά τους Γουλιέλμου του Β΄. Ήταν η πρώτη φορά που το Βυζάντιο δεχόταν οργανωμένη επίθεση απο τη Δύση.

Αφού συγκρότησαν ισχυρό στρατό 80.000 ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και 5.000 ιππείς υπό τους κόμητες Ριτζάρδο και Αλδουίνο και στόλο από 200 πλοία, αποβιβάστηκαν και κατέλαβαν το Δυρράχιο και στη συνέχεια ο στρατός κατευθύνθηκε μέσα από την Αλβανία, την Ήπειρο και τη Μακεδονία προς τη Θεσσαλονίκη. Ο στόλος αφού κατέλαβε τα νησιά Κέρκυρα, Κεφαλληνία και Ζάκυνθο, έφτασε στις 15 Αυγούστου του 1185 στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και άρχισε η πολιορκία από ξηρά και θάλασσα.

Ο ανεφοδιασμός όμως της πόλης δεν ήταν επαρκής, ο διοικητής της Δαυίδ Κομνηνός δεν ήταν ικανός να οργανώσει κατάλληλα την άμυνα, εγκατέλειψε τους αμυνόμενους και οι ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη έφτασαν πολύ αργά. Έτσι οι Νορμανδοί, μέσα σε λίγες μέρες, (24 Αυγ. 1185) αφού έχασαν 3.000 στρατιώτες, κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, παρά την ηρωική άμυνα των κατοίκων και τη λεηλάτησαν με τον πιο απάνθρωπο τρόπο, θανατώνοντας 7.000 από τους κατοίκους της, σύμφωνα με όσα μας αναφέρει ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος στο έργο του «Ιστορία της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Νορμανδών».

Η αγγελία της άλωσης της δεύτερης πόλης της αυτοκρατορίας ήταν επόμενο να προκαλέσει πανικό και λαϊκές εξεγέρσεις στην Κωνσταντινούπολη που είχαν ως αποτέλεσμα την ανατροπή, τη σύλληψη και το θάνατο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Α΄ του Κομνηνού και την άνοδο στο θρόνο του Ισαακίου του Β΄ μέλους της οικογένειας των Αγγέλων, που είχαν πρωτοστατήσει σ’ αυτά τα γεγονότα.

Ο νέος αυτοκράτορας αν και δεν είχε τόσες ικανότητες, είχε όμως την ευτυχή συγκυρία να περιστοιχίζεται από ικανούς ανθρώπους, όπως ο στρατηγός Αλέξιος Βρανάς, που καταγόταν από αριστοκρατική στρατιωτική οικογένεια της Ανδριανούπολης. Ο Αλέξιος Βρανάς κατόρθωσε να ανασυγκροτήσει τα βυζαντινά στρατεύματα χάρη στη μεγάλη πείρα που διέθετε και, μετά τις ενισχύσεις που του έστειλε ο Ισαάκιος, να οργανώσει έναν ισχυρό, καλά εξοπλισμένο και αξιόμαχο στρατό. 
Οι Νορμανδοί μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης χωρίστηκαν σε 3 τμήματα. Το ένα τμήμα παρέμεινε για τη φρούρηση της Θεσσαλονίκης, το άλλο κατευθύνθηκε προς την περιοχή των Σερρών, όπου προξενούσε πολλές καταστροφές και από το τρίτο τμήμα ένα μέρος εγκαταστάθηκε στο Στρυμόνα καταστρέφοντας την περιοχή της Αμφίπολης και το άλλο μέρος κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη και στρατοπέδευσε στη Μοσυνόπολη, ενώ ο νορμανδικός στόλος είχε πλησιάσει στην Κωνσταντινούπολη.

Οι   Νορμανδοί, βλέποντας ότι δεν υπάρχει άμεση απειλή, είχαν χωριστεί σε πολλά αποσπάσματα και είχαν τραπεί σε λεηλασίες, πράγμα το οποίο του είχε αποδυναμώσει σε σημαντικό βαθμό.Ο Αλέξιος Βρανάς, αφού διαπίστωσε την κατάσταση των Νορμανδών, οδήγησε το στρατό την κατάλληλη στιγμή, επιτέθηκε στα μεμονωμένα τμήματα που βρίσκονταν γύρω από τη Μοσυνόπολη και τα έτρεψε σε φυγή. Στη συνέχεια ο βυζαντινός στρατός επιτέθηκε στους Νορμανδούς που βρίσκονταν μέσα στη Μοσυνόπολη και επειδή είχαν αφήσει αφρούρητες τις πύλες, οι Βυζαντινοί εκμεταλλεύτηκαν την ολιγωρία τους, έβαλαν φωτιά και έσφαξαν πολλούς, παίρνοντας τα άλογα και τον οπλισμό τους. Κατόπιν επιτέθηκαν σε όσους βρίσκονταν στην περιοχή της Αμφίπολης και ο Αλέξιος Βρανάς οδήγησε το στρατό στην περιοχή του Στρυμόνα, όπου είχε κατασκηνώσει το άλλο τμήμα των Νορμανδών έχοντας στόχο να δώσει το τελειωτικό χτύπημα και να απομακρύνει οριστικά τον κίνδυνο για την αυτοκρατορία.

Τελικά, τα δύο αντίπαλα στρατεύματα παρατάχθηκαν στον τόπο «τον λεγόμενον του Δημητρίτζη», όπως ακριβώς αναφέρει ο Ν. Χωνιάτης  « Έπειτα, αμφότερα τα στρατεύματα συνήλθαν εις ένα χώρον (ήταν δέ αυτός ο λεγόμενος τόπος του Δημητρίτζη».
Τότε, φοβισμένοι οι Νορμανδοί, προσπάθησαν  να διαπραγματευθούν συνθήκη, αλλά οι Έλληνες δεν δέχτηκαν και επακολούθησε η μάχη...

«Ανεμνήσθησαν τις συμβάσεις και ένεκα τούτων έστειλαν κήρυκες προς τον Βρανά.Και αρχικώς μέν άρεσαν εις τους Ρωμαίους τα αιτούμενα.Αλλά μετά από ολίγο, άλλαξαν γνώμη, θεωρήσαντες ότι, ήσαν δόλια τα παρά των αντιπάλων προβαλλόμενα, ή αν όχι τούτο αναμφιβόλως πρόδηλη δειλία, χωρίς να αναμείνουν το σύνθημα του πολέμου, μήτε τον ήχο της σάλπιγγος, μήτε κάποιο έτερο παράγγελμα, από όσα συνηθίζουν να δίδουν οι στρατηγοί πρό των συμπλοκών, γυμνώσαντες τα ξίφη επιτίθενται κατά των εχθρών.

Αυτοί, μέχρι κάποιου σημείου αντιμετώπισαν ευθαρσώς και ανδρείως την επίθεση των Ρωμαίων και έγιναν κάποιες καμπές και ελιγμοί κατά τον πόλεμο.Τέλος δέ, υποχωρώντας εις την υπερβολική ορμή της Ρωμαϊκής στρατιάς, έκαναν μεταβολή και ετράπησαν εις άτακτη φυγή.Όθεν συλλαμβανόμενοι εφονεύοντο, αιχμαλωτίζοντο, ωθούντο κατά τον ποταμό Στρυμόνα, ελαφυραγωγούντο, εσκυλεύοντο.Ήταν δέ τότε η εβδόμη του μηνός Νοεμβρίου και η ημέρα ήταν περί το δειλινόν, οπότε έγιναν αυτά.Συλλαμβάνονται δε και οι δύο στρατηγοί του στρατεύματος, ο Ριτζάρδος, ο αδελφός της γυναικός του Ταγκρέ, ο οποίος ήταν ναύαρχος του ναυτικού των Σικελών και ο Αλδουίνος Κόντος, ο οποίος δεν ήταν μέν κατά φύση ευγενούς και λαμπρού γένους, αλλά ήταν σεβαστότατος εις τον ρήγα, δια την πολεμική δεξιότητά του και τότε κατείχε υπέρ πάντων το αξίωμα της στρατηγίας…». (Νικήτας Χωνιάτης, Ιστορία 469-470).

Οι   Νορμανδοί εκδήλωσαν το φόβο τους, άρχισαν να μιλούν για συνθήκη και έστειλαν κήρυκες για διαπραγματεύσεις στον Αλέξιο Βρανά. Όταν όμως οι Βυζαντινοί κατάλαβαν ότι υπάρχει δόλος στις προθέσεις των Νορμανδών και διαπίστωσαν το φόβο τους, τότε χωρίς να περιμένουν το σύνθημα της μάχης τον ήχο της σάλπιγγας ή κάποιο παράγγελμα που έδιναν οι στρατηγοί πριν από τις συμπλοκές, τράβηξαν τα σπαθιά τους και επιτέθηκαν στους εχθρούς.

Στην  αρχή οι Νορμανδοί αντιμετώπισαν με θάρρος την επίθεση και η μάχη είχε αρκετές διακυμάνσεις, αλλά στο τέλος υποχώρησαν μπροστά στην υπερβολική ανδρεία του βυζαντινού στρατού και τράπηκαν σε φυγή. Οι βυζαντινοί συνέλαβαν και σκότωσαν πολλούς, άλλους τους έσυραν βίαια στο Στρυμόνα και πήραν αρκετά λάφυρα. Τα γεγονότα αυτά, σύμφωνα πάντα με το Νικήτα Χωνιάτη και το Θεόδωρο Σκουταριώτη συνέβησαν το απόγευμα της 17ης Νοεμβρίου του 1185.

Αναφέρει σχετικά   ο Νικήτας Χωνιάτης: «Και ούτως μέν εις αυτούς τους πολέμους απωλέσθησαν όχι ολίγοτεροι από 10.000 μάχιμοι άνδρες.Αυτοί δε οι αιχμαλωτισθέντες κατ’ αμφοτέρους τους πολέμους, αριθμούμενοι υπέρ τους 4.000, ενεκλείθησαν εις τις δημόσιες φυλακές…» (Νικήτας Χωνιάτης, Ιστορία, 475).
         
Στη   μάχη του Δημητριτσίου οι Βυζαντινοί συνέλαβαν και τους δύο στρατηγούς του στρατεύματος, τον Ριτζάρδο, που ήταν αδελφός της γυναίκας του Ταγκρέ, αρχηγού του στόλου των Νορμανδών και τον Αλδουίνο Κόντο . Επίσης στη μάχη αυτή συνέλαβαν και τιμώρησαν με τύφλωση τον ανεψιό του Μανουήλ Αλέξιο Κομνηνό που είχε υποκινήσει την επιδρομή των Νορμανδών κατά του Βυζαντίου.

Η  συντριπτική ήττα των Νορμανδών στο Δημητρίτσι σήμανε και την οριστική τους κατάρρευση. Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι στη μάχη έπεσε ο στρατηγός του Βυζαντίου Δημητρίστας

Η νίκη του βυζαντινού στρατού στο Δημητρίτσι απομάκρυνε οριστικά των κίνδυνο των Νορμανδών, ενίσχυσε σε σημαντικό βαθμό το ηθικό των Βυζαντινών και στερέωσε στο θρόνο τον αυτοκράτορα Ισαάκιο Άγγελο. Ανέστειλε την κινητοποίηση των Τούρκων του Ικονίου, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την πτώση και το θάνατο του Ανδρόνικου του Α΄ και το φθινόπωρο του1185 έκαναν επιδρομή στο θέμα των θρακησίων. Τέλος, απέδειξε ότι το Βυζαντινό Κράτος ήταν ακόμα σε θέση να αντιμετωπίσει τις οποιεσδήποτε προκλήσεις διαθέτοντας και ικανότατους ανθρώπους και αρκετούς οικονομικούς πόρους. Δυστυχώς, τα γεγονότα που ακολούθησαν και οι κακοί χειρισμοί τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική οδήγησαν στην κατάρρευση του βυζαντίου και στην άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204

25.3.17

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και η δημιουργία του ελληνικού κράτους

Στα τέλη του 18ου αιώνα άρχισε να οργανώνεται η κίνηση που οδήγησε στην Ελληνική Επανάσταση.
Η Φιλική Εταιρία καλλιέργησε την ιδέα ότι οι Έλληνες μπορούν να επαναστατήσουν ενάντια στο σουλτάνο και να δημιουργήσουν το δικό τους εθνικό κράτος. Η Ελληνική Επανάσταση ξέσπασε στις αρχές του 1821, πρώτα στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και μετά στο νότιο ελλαδικό χώρο.

Στο Βορρά η Επανάσταση απέτυχε, αλλά στο Νότο μπόρεσε να κυριαρχήσει. Εκεί οι επαναστατημένοι οργάνωσαν τους πρώτους πολιτικούς θεσμούς στο νέο κράτος. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αντιμετώπισαν στην αρχή αρνητικά την Επανάσταση. Αντίθετα, οι φιλέλληνες και το κίνημά τους την είδαν με ενθουσιασμό.

Το 1825 η Οθωμανική Αυτοκρατορία οργάνωσε αντεπίθεση, που έφερε την Επανάσταση σε κίνδυνο. Ο κίνδυνος έγινε μεγαλύτερος από τις εσωτερικές διαμάχες ανάμεσα στους επαναστατημένους, που οδήγησαν σε δύο εμφύλιους πολέμους. Όμως οι Μεγάλες Δυνάμεις, επειδή περίμεναν να ωφεληθούν από τη νέα κατάσταση, στο τέλος μεσολάβησαν για να σώσουν την Επανάσταση. Πρώτος κυβερνήτης στο νέο ελληνικό κράτος έγινε ο Ιωάννης Καποδίστριας.





Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε επτά χρόνια πριν από την έναρξη της Μεγάλης Επανάστασης του 1821, με σκοπό να συντονίσει τις προσπάθειες των υπόδουλων Ελλήνων για την απελευθέρωσή τους. Η οργάνωση ιδρύθηκε μυστικά στην Οδησσό της Ρωσίας, το 1814, από τρεις άσημους εμπόρους, τον Εμμανουήλ Ξάνθο, το Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ.

Η Φιλική Εταιρεία
Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας προχώρησαν στην εγγραφή μελών στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ενθαρρυμένοι από το επαναστατικό πνεύμα του Ρήγα Βελεστινλή, τους αγώνες του Λάμπρου Κατσώνη και των Σουλιωτών καθώς και την αναταραχή που προκαλούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία απείθαρχοι πασάδες. Οι Φιλικοί, όπως λέγονταν τα μέλη της χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφικό κώδικα για να επικοινωνούν μεταξύ τους και υπέγραφαν με ψευδώνυμα. Η μύηση τους στην οργάνωση είχε τη μορφή ιεροτελεστίας, που τη σφράγιζε ο όρκος μπροστά σε ιερέα.
Οι Φιλικοί άφηναν να εννοείται ότι πίσω από την Εταιρεία υπήρχε μια Μεγάλη Δύναμη, που ήθελε την απελευθέρωση των Ελλήνων. Πολλοί πίστευαν ότι πίσω από την μυστική Αρχή της Φιλικής Εταιρείας κρυβόταν η Ρωσία, ωστόσο οι ηγέτες της γνώριζαν καλά, παρόλο που δεν το φανέρωναν, ότι η οργάνωση στηριζόταν στον ενθουσιασμό των λογίων πατριωτών και στα χρήματα που κατέβαλλαν τα εγγραφόμενα μέλη της, ιδίως οι υπάλληλοι και οι έμποροι. Ήταν ένα σχέδιο παράτολμο για όποιον λογάριαζε τα εμπόδια που υπήρχαν, το οποίο όμως τελικά πέτυχε.

Τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας στην αρχή ήταν ελάχιστα. Το 1818, όμως, η οργάνωση μετέφερε την έδρα της στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη. Τότε η στρατολόγηση μελών επεκτάθηκε σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία και στη σημερινή Ελλάδα. Σ' αυτήν μυήθηκαν πολλοί από τους πρωταγωνιστές του Αγώνα, όπως ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δίκαιος ή Παπαφλέσσας, ο πρώην κλέφτης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, οι οπλαρχηγοί Ιωάννης Φαρμάκης και Γεωργάκης Ολύμπιος και αρκετοί άλλοι. Την οργάνωση βοήθησε αποφασιστικά και ο μεγαλέμπορος Παναγιώτης Σέκερης, που πρόσφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας του.

Τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας σταδιακά αυξήθηκαν. Οι ηγέτες της πρότειναν στον Ιωάννη Καποδίστρια, που ήταν τότε υπουργός των Εξωτερικών της Ρωσίας, να τεθεί επικεφαλής της. Εκείνος αρνήθηκε, γιατί πίστευε ότι οι συνθήκες που επικρατούσαν στην Ευρώπη δεν ήταν ευνοϊκές για τους Έλληνες. Μετά την άρνησή του, η αρχηγία προσφέρθηκε το 1820 στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, στρατηγό και υπασπιστή του Τσάρου, ο οποίος δέχτηκε με προθυμία τον ανώτατο τίτλο του Γενικού Εφόρου λαμβάνοντας άδεια απουσίας δυο χρόνων από τη ρωσική αυλή.
Με την προσχώρηση του Υψηλάντη, εντάθηκαν οι προετοιμασίες για τη Μεγάλη Επανάσταση. Σύμφωνα με τα σχέδια των Φιλικών, η Επανάσταση επρόκειτο να ξεκινήσει ταυτόχρονα στη Μολδοβλαχία και στην Πελοπόννησο, ώστε να διασπαστεί ο οθωμανικός στρατός, ο οποίος βρισκόταν ήδη σε πόλεμο με τον Αλή Πασά στα Ιωάννινα, ενώ και στην Κωνσταντινούπολη θα ξεσπούσαν ταραχές. Ζητήθηκε επίσης από τους Σέρβους και τους Βούλγαρους, που ήταν κι αυτοί υπόδουλοι των Οθωμανών Τούρκων, να επαναστατήσουν ενώ πιθανή φαινόταν και η εμπλοκή των Ρώσων, αν οι Τούρκοι περνούσαν τον Δούναβη.

Η εξέγερση στη Μολδοβλαχία
Όσο περνούσε ο καιρός, η Φιλική Εταιρεία κατέστρωνε πολλά επαναστατικά σχέδια για τον τόπο και τον τρόπο έναρξης της Επανάστασης. Τελικά αποφασίστηκε να ξεκινήσει η Επανάσταση από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες (σημερινή Μολδαβία και Ρουμανία), όπου δεν υπήρχε οθωμανικός στρατός, οι ηγεμόνες τους ήταν Έλληνες Φαναριώτες και κατοικούσαν εκεί πολλοί Έλληνες. Επίσης, στη Βλαχία είχαν αναπτύξει ένοπλη δράση εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας οι οπλαρχηγοί Ιωάννης Φαρμάκης και Γεωργάκης Ολύμπιος.
Υπολογίζοντας στη ρωσική βοήθεια, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον Φεβρουάριο του 1821 τον ποταμό Προύθο και μπήκε στη Μολδαβία. Η Επανάσταση άρχισε και οι πρώτες δυσκολίες έκαναν την εμφάνισή τους.

Τότε ο Υψηλάντης με τους περίπου 2.000 άντρες που συγκέντρωσε, στράφηκε προς το Βουκουρέστι. Στις 24 Φεβρουαρίου ο Υψηλάντης κυκλοφόρησε προκήρυξη με τίτλο «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» και κάλεσε στα όπλα τους Έλληνες της περιοχής. Λίγες ημέρες αργότερα οι επαναστάτες κατέλαβαν το Βουκουρέστι, αλλά τελικά αποσύρθηκαν στα ορεινά αναμένοντας τις εξελίξεις.

Η εξέγερση στη Μολδοβλαχία καταδικάστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις καθώς και από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε', ο οποίος ενήργησε υπό την πίεση των Τούρκων. Αλλά και ο τσάρος της Ρωσίας καθαίρεσε τον Υψηλάντη από το αξίωμα του αξιωματικού του ρωσικού στρατού και έδωσε άδεια στα οθωμανικά στρατεύματα να εισβάλουν στην περιοχή.

Ο Υψηλάντης, με μερικές χιλιάδες πεζούς και λιγοστούς ιππείς, αντιμετώπισε τον πολυάριθμο οθωμανικό στρατό, που κινήθηκε εναντίον του, σε πολλές μάχες. Η αποφασιστικότερη από τις μάχες αυτές δόθηκε τον Ιούνιο του 1821 στο χωριό Δραγατσάνι και τελείωσε με ήττα των Ελλήνων. Ιδιαίτερα ο Ιερός Λόχος, το στρατιωτικό σώμα που αποτελούνταν από εθελοντές Έλληνες σπουδαστές των παροικιών, έχασε περισσότερα από τα μισά μέλη του.

Καταδιωκόμενος ο Υψηλάντης, πέρασε στην Αυστρία μαζί με τον Κοζανίτη υπασπιστή του Γεώργιο Λασσάνη, μερικούς αξιωματικούς και αρκετούς στρατιώτες. Άλλοι Έλληνες αντιστάθηκαν με επιτυχία στο Σκουλένι αλλά τελικά διαλύθηκαν, ενώ περίπου 100 κατόρθωσαν να φτάσουν πεζοπορώντας στην Ελλάδα. Οι αρχηγοί Ιωάννης Φαρμάκης και Γεωργάκης Ολύμπιος νικήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1821 πολεμώντας εναντίον των Τούρκων. Ο Γεωργάκης Ολύμπιος και οι συμπολεμιστές του ανατινάχθηκαν στη μονή Σέκου, για να μην πιαστούν αιχμάλωτοι.
Η επτάμηνη εξέγερση στη Μολδοβλαχία μπορεί να τερματίστηκε, κατάφερε ωστόσο να διασπάσει τα οθωμανικά στρατεύματα και να επιταχύνει την επανάσταση στην Ελλάδα. Συνέβαλε έτσι αποφασιστικά στην απελευθέρωση του Έθνους.

Η επανάσταση στην Πελοπόννησο
Η επιλογή της Πελοποννήσου ως μιας από τις βασικές περιοχές όπου θ' άρχιζε η Επανάσταση του 1821, δεν ήταν τυχαία, καθώς σ' αυτήν οι Έλληνες υπερτερούσαν αριθμητικά. Επίσης, αρκετοί ένοπλοι Τούρκοι της Πελοποννήσου είχαν μετακινηθεί στην Ήπειρο για να πολεμήσουν τον Αλή Πασά. Άλλοι ευνοϊκοί παράγοντες ήταν το ορεινό έδαφος της, η απόστασή της από την Κωνσταντινούπολη και ιδίως η ευρεία εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας στους προκρίτους και τους κληρικούς του τόπου.

Στα τέλη του 1820 και στις αρχές του 1821 οι Φιλικοί Παπαφλέσσας και Κολοκοτρώνης έφτασαν στην Πελοπόννησο και συνεργάστηκαν με τους πρόκριτους και τους αρχιερείς της περιοχής για το συντονισμό του Αγώνα. Ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δίκαιος ή Παπαφλέσσας διέτρεξε την ύπαιθρο, μεταφέροντας με ενθουσιασμό το μήνυμα της Μεγάλης Επανάστασης και της αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού. Ο οπλαρχηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πάλι, παλιός κλέφτης και αξιωματικός βρετανικών και γαλλικών στρατιωτικών σωμάτων στα Επτάνησα, πέρασε στη Μάνη ξεσηκώνοντας τους Έλληνες.

Οι κινήσεις αυτές ανησύχησαν τους Τούρκους, οι οποίοι κάλεσαν προληπτικά τους αρχιερείς και τους προεστούς στην Τριπολιτσά (Τρίπολη). Όσοι από αυτούς πήγαν, φυλακίσθηκαν. Οι υπόλοιποι πραγματοποίησαν σύσκεψη στις 10 Μαρτίου στη μονή της Αγίας Λαύρας και στη συνέχεια επέστρεψαν στις επαρχίες τους για να στρατολογήσουν παλικάρια.

Η Επανάσταση ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1821 στην Πελοπόννησο, με επιθέσεις εναντίον οχυρωμένων Τούρκων στα Καλάβρυτα και στη Βοστίτσα (Αίγιο). Στις 23 Μαρτίου παραδόθηκε στους Έλληνες η Καλαμάτα και άρχισε η πολιορκία των κάστρων, όπου κατέφευγαν οι Οθωμανοί. Έλληνες που είχαν συγκεντρωθεί στην Πάτρα, ύψωσαν τη σημαία της Ελευθερίας και ψήφισαν επαναστατική επιτροπή με ηγέτη τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό. Τον επόμενο μήνα οι Τούρκοι νικήθηκαν ακόμη μία φορά στο Λεβίδι της Αρκαδίας.

Με την εξάπλωση της Επανάστασης σε ολόκληρη την Πελοπόννησο φάνηκε ότι χρειαζόταν ένα συντονισμένο σχέδιο, καθώς δεν αρκούσε ο ηρωισμός των οπλαρχηγών, που πολεμούσαν χωρίς να έχουν επαφή μεταξύ τους. Την ηγεσία των ενόπλων ανέλαβε τότε ο Κολοκοτρώνης. Αυτός έκρινε αναγκαία για την επιτυχία της Επανάστασης την κατάληψη της Τριπολιτσάς, που ήταν το διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της Πελοποννήσου, κι έπειτα των υπολοίπων φρουρίων.
Τον Ιούνιο του 1821 έφτασε στην Πελοπόννησο και ο Δημήτριος Υψηλάντης, στη θέση του φυλακισμένου αδελφού του Αλέξανδρου, για να αναλάβει την αρχηγία της Επανάστασης. Με τη βοήθεια Επτανήσιων εθελοντών, οι εξεγερμένοι Έλληνες κατέλαβαν τη Μονεμβασιά και το Νεόκαστρο. Η Επανάσταση είχε σημειώσει τις πρώτες επιτυχίες της.

Η επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα
Στη Στερεά Ελλάδα οι συνθήκες για εξέγερση ήταν δύσκολες, καθώς δεν ήταν ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη κυρίως στα δυτικά τμήματά της και οι πρόκριτοι του τόπου δεν είχαν μεγάλη πολιτική εμπειρία. Επίσης, υπήρχε σημαντική παρουσία οθωμανικού πληθυσμού και στρατιωτών στην Εύβοια και τη Λαμία, ενώ στην κοντινή Ήπειρο είχε εκστρατεύσει εναντίον του Αλή Πασά των Ιωαννίνων ο ικανότατος Χουρσίτ Πασάς. Τις ελλείψεις όμως αυτές αντιστάθμιζε η παρουσία στην περιοχή φημισμένων κλεφτών και αρματολών, με αποτέλεσμα οι επαναστάτες να κινηθούν πιο συντονισμένα.
Η πρώτη σύσκεψη των οπλαρχηγών, που επισφραγίστηκε με δοξολογία και ορκωμοσία, πραγματοποιήθηκε στη Λευκάδα τον Ιανουάριο του 1821. Εκεί αναφέρθηκε η 25η Μαρτίου ως ημερομηνία της εξέγερσης. Παρόμοια τελετή έγινε παρουσία προκρίτων και οπλαρχηγών στη μονή του Οσίου Λουκά στη Βοιωτία, στα μέσα Μαρτίου του 1821.
Πρώτα εκδηλώθηκαν επαναστατικές ενέργειες στην Ανατολική Στερεά. Ο Πανουργιάς πολιόρκησε την πόλη των Σαλώνων (Άμφισσα) και την κατέλαβε με τη βοήθεια των κατοίκων του Γαλαξιδίου. Στη συνέχεια απελευθερώθηκαν και άλλες πόλεις και χωριά (Λιδωρίκι, Λιβαδιά, Αταλάντη, Θήβα), ενώ οι επαναστάτες έφτασαν μέχρι την Αθήνα περιορίζοντας τους Τούρκους στην Ακρόπολη.



Για να καταπνίξει την επαναστατική δραστηριότητα, ο Χουρσίτ Πασάς έστειλε από τα Ιωάννινα τους πασάδες Κιοσέ Μεχμέτ και Ομέρ Βρυώνη. Τον πολυάριθμο οθωμανικό στρατό περίμεναν στην Ηράκλεια και στις γέφυρες του Γοργοποτάμου και της Αλαμάνας οι οπλαρχηγοί Πανουργιάς, Ιωάννης Δυοβουνιώτης και Αθανάσιος Διάκος. Στις 23 Απριλίου του 1821 οι Τούρκοι εκδίωξαν τους υπερασπιστές των δύο πρώτων θέσεων, τραυματίζοντας σοβαρά τον Πανουργιά και σκοτώνοντας τον συμπολεμιστή του Ησαΐα, επίσκοπο των Σαλώνων (Άμφισσα). Έπειτα ενωμένοι στράφηκαν εναντίον των υπερασπιστών της Αλαμάνας.

Αλλά και η Χαλκίδα έπεσε στα χέρια των εξεγερμένων Ελλήνων, με την επέμβαση του Υδραίου πλοιάρχου Αντωνίου Κριεζή, ο οποίος από το καράβι του κανονιοβόλησε με επιτυχία τους Τούρκους υπερασπιστές της πόλης.
Λίγο αργότερα επαναστάτησε και η Δυτική Στερεά. Οι Έλληνες κατάφεραν να κυριεύσουν το Βραχώρι (Αγρίνιο), το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι. Εκεί έφτασε σύντομα ο Φαναριώτης πολιτικός Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, για να βοηθήσει στον Αγώνα.
Μετά από σκληρή μάχη, οι ελληνικές δυνάμεις οπισθοχώρησαν προς το όρος Καλλίδρομο, σε ύψωμα του οποίου βρισκόταν το επιτελείο του αρχηγού των αγωνιστών της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, Αθανάσιου Διάκου. Παρόλο που ο Διάκος ειδοποιήθηκε να εγκαταλείψει τη θέση του, αυτός συνέχισε να πολεμά. Τραυματίστηκε όμως και πιάστηκε αιχμάλωτος. Εκτιμώντας την ανδρεία του ο Ομέρ Βρυώνης, του πρότεινε να του χαρίσει τη ζωή με αντάλλαγμα να προσχωρήσει στον στρατό του. Ο Διάκος αρνήθηκε και θανατώθηκε με φρικτό τρόπο.
Η θυσία του νεαρού οπλαρχηγού έδειξε ότι η Επανάσταση του 1821 δεν ήταν μια απλή εξέγερση, αλλά αποφασιστικός αγώνας για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Επιπλέον ενέπνευσε τους Έλληνες αγωνιστές, που πήραν εκδίκηση για τον θάνατο του αντιμετωπίζοντας με επιτυχία τους Οθωμανούς στο χάνι της Γραβιάς στις 8 Μαΐου του 1821.

Ο παλιός αρματολός της περιοχής Οδυσσέας Ανδρούτσος κλείστηκε στο χάνι με 118 άνδρες, ενώ οι οπλαρχηγοί Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης οχυρώθηκαν στα γύρω υψώματα. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης οι οχυρωμένοι στα υψώματα γρήγορα οπισθοχώρησαν. Όχι όμως και οι πολεμιστές στο χάνι, που συνέχισαν να αποκρούουν τις τουρκικές επιθέσεις.
Η μάχη σταμάτησε το βράδυ, με μεγάλες απώλειες για το οθωμανικό στράτευμα. Οι Τούρκοι είχαν χάσει περισσότερους από 800 στρατιώτες ενώ οι Έλληνες μόνο 6. Λίγο πριν ξημερώσει κι ενώ ο Ομέρ Βρυώνης περίμενε να έρθουν κανόνια από τη Λαμία, ο Ανδρούτσος και οι άνδρες του επιχείρησαν έξοδο και κατάφεραν να περάσουν ανάμεσα από τους Τούρκους, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί.
Η μάχη στο χάνι της Γραβιάς ανέκοψε την πορεία του οθωμανικού στρατού προς την Πελοπόννησο και τόνωσε το ηθικό των εξεγερμένων Ελλήνων, παραμερίζοντας τους δισταγμούς που είχαν σχετικά με την έναρξη του Αγώνα σε ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα.

Η επανάσταση στα νησιά του Αιγαίου
Η επανάσταση από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα μεταδόθηκε σύντομα στα νησιά του Αιγαίου. Πρώτα επαναστάτησαν οι κοντινές Σπέτσες με τη Μπουμπουλίνα, τον Απρίλιο του 1821 και ακολούθησε η Ύδρα, με πρωτοστάτη τον πλοίαρχο Αντώνιο Οικονόμου. Στη συνέχεια ξεσηκώθηκαν τα Ψαρά, η Σάμος, η Κάσος και τα Δωδεκάνησα. Επαναστατική δραστηριότητα εκδηλώθηκε και στην Κρήτη, ιδιαίτερα στα Σφακιά, ενώ οι κάτοικοι των Κυκλάδων φάνηκαν διστακτικοί.

Τα εξεγερμένα νησιά συμμετείχαν αποφασιστικά στον μεγάλο ξεσηκωμό του 1821. Τα ελληνικά καράβια, παρόλο που ήταν λιγότερα σε αριθμό και μικρότερα σε χωρητικότητα, κυριαρχούσαν στο Αιγαίο, καθώς ήταν ταχύτερα και διέθεταν πληρώματα με μεγάλη ναυτική εμπειρία.
Οι Έλληνες ναυτικοί διακρίθηκαν σε τρία είδη πολεμικών επιχειρήσεων: α) στην πολιορκία παραθαλάσσιων κάστρων, όπως η Μονεμβασιά και το Ναυαρίνο και στην υποστήριξη χερσαίων μαχών από τη θάλασσα, β) σε καταδρομές στα παράλια της Μικράς Ασίας, όπου αιχμαλώτιζαν ή κατέστρεφαν εχθρικά πλοία, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται ο τουρκικός στόλος να πλεύσει προς την Πελοπόννησο και 
γ) σε ναυμαχίες στο ανοιχτό πέλαγος, στις οποίες συμμετείχαν και τα περίφημα πυρπολικά, σκάφη γεμάτα με εύφλεκτο υλικό που προσδένονταν στα οθωμανικά πλοία και κατόπιν έπαιρναν φωτιά.
Σημαντική δράση στη θάλασσα ανέπτυξαν, ανάμεσα σε άλλους, οι Ψαριανοί Δημήτριος Παπανικολής και Κωνσταντίνος Κανάρης καθώς και ο Ανδρέας Μιαούλης από την Ύδρα.

Αντιδρώντας οι Τούρκοι, προχώρησαν σε αντίποινα σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού που κατοικούσε στα παράλια της Μικράς Ασίας αλλά και στα νησιά. Τον Απρίλιο του 1822 η Χίος καταστράφηκε ολοκληρωτικά από Τούρκους στρατιώτες και οι περισσότεροι από τους κατοίκους της σφαγιάσθηκαν. Ήταν ένα γεγονός που συγκλόνισε τους χριστιανικούς λαούς της Ευρώπης.
Οι αποτυχίες του τουρκικού στόλου κατά το 1821 ανάγκασαν τον Σουλτάνο να ζητήσει τη συνδρομή του πασά της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή, ο οποίος διέθετε ένοπλες δυνάμεις εκπαιδευμένες από Ευρωπαίους αξιωματικούς.
Τα επόμενα χρόνια οι συγκρούσεις στη θάλασσα εντάθηκαν. Τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 1824 ενωμένος ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος επιτέθηκε στην Κάσο και τα Ψαρά, που αποτελούσαν τις κύριες ναυτικές βάσεις των επαναστατημένων Ελλήνων. Κι ενώ η διχόνοια ταλάνιζε τους Έλληνες, Τούρκοι και Αιγύπτιοι αποβιβάστηκαν στα δύο νησιά και μετά από σκληρές μάχες με τους υπερασπιστές τους, τα κατέστρεψαν.

Σε ναυμαχία που πραγματοποιήθηκε τέλη Αυγούστου του 1824 στον κόλπο του Γέροντα, στα παράλια της Μικράς Ασίας, ο ελληνικός στόλος κατάφερε να νικήσει τον ογκώδη τουρκοαιγυπτιακό. Ο ναύαρχος Μιαούλης προκάλεσε σύγχυση στα εχθρικά πλοία με τους ελιγμούς που πραγματοποίησε, ενώ με επιτυχία χρησιμοποιήθηκαν και τα πυρπολικά, καταστρέφοντας μία φρεγάτα με 1.000 στρατιώτες και ναύτες. Μετά τη Ναυμαχία του Γέροντα, οι τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις διασκορπίστηκαν και υποχώρησαν αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο.

Η επανάσταση στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία
Στην Ήπειρο οι εμπειροπόλεμοι Σουλιώτες, οι οποίοι από τον Δεκέμβριο του 1820 βρίσκονταν ξανά στο Σούλι, επαναστάτησαν. Τον ίδιο μήνα χτύπησαν τους Τούρκους, αποκόπτοντας την επικοινωνία των Ιωαννίνων με την Άρτα και την Πρέβεζα. Κατόπιν επιτέθηκαν εναντίον της Πάργας και της Άρτας, που ήταν σημαντικές πόλεις της περιοχής, αλλά δεν μπόρεσαν να τις κυριεύσουν. Κατάφεραν, ωστόσο, να νικήσουν τον οθωμανικό στρατό στη θέση Πέντε Πηγάδια. 

Στα τέλη του 1821, οι Αλβανοί σύμμαχοι τους τούς εγκατέλειψαν και οι Σουλιώτες έμειναν αβοήθητοι. Υπέγραψαν τότε τρίμηνη ανακωχή με τους Οθωμανούς και επέστρεψαν αποκαρδιωμένοι στον ορεινό τόπο τους.
Μετά την εξόντωση του Αλή Πασά, ο Χουρσίτ Πασάς ετοιμαζόταν να περάσει με τα στρατεύματά του στην Πελοπόννησο, προκειμένου να καταπνίξει την Επανάσταση. Τότε Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, προσπάθησαν να τον εμποδίσουν. Όμως ο οθωμανικός στρατός ήταν πολυάριθμος και οι ελληνικές δυνάμεις, χωρίς να έχουν την απαιτούμενη οργάνωση, νικήθηκαν στη μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου του 1822. 
Περίπου το 1/3 των Ελλήνων αγωνιστών σκοτώθηκε, αρκετοί άλλοι αιχμαλωτίσθηκαν, ενώ άνοιξε ο δρόμος για την κατάληψη της Δυτικής Ελλάδας καθώς και για την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου από τους Τούρκους. Επίσης, 68 από τους 93 Φιλέλληνες μαζί με τον αρχηγό τους Ανδρέα Δάνια έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Η βαριά ήττα έκανε τους Σουλιώτες να συνθηκολογήσουν τον Σεπτέμβριο του 1822, εγκαταλείποντας οριστικά το Σούλι.

Η Θεσσαλία εγέρθηκε το Μάιο του 1821. Υπό την ηγεσία των Φιλικών Άνθιμου Γαζή και Κυριάκου Μπασδέκη, επαναστάτησαν οι κάτοικοι του Πηλίου, ενθαρρυμένοι από την έλευση πλοίων από την Ύδρα. Πολιόρκησαν τον Βόλο και το Βελεστίνο, αλλά διασκορπίστηκαν όταν κινήθηκε εναντίον τους ο Μαχμούτ Πασάς ή Δράμαλης από την κοντινή Λάρισα, που ήταν ισχυρή οθωμανική στρατιωτική βάση.
ον ίδιο μήνα εξεγέρθηκε και η Μακεδονία εναντίον των Τούρκων, με πρωτοστάτη τον Σερραίο μεγαλέμπορο Εμμανουήλ Παπά, που είχε οριστεί από τη Φιλική Εταιρεία αρχηγός του Αγώνα στη Χαλκιδική. Τον Μάρτιο του 1821 ο Εμμανουήλ Παπάς αναχώρησε με όπλα και πολεμοφόδια από την Κωνσταντινούπολη για το Άγιο Όρος, όπου σε γενική συνέλευση ανακηρύχθηκε «αρχηγός και υπερασπιστής» της Μακεδονίας και κήρυξε επίσημα την Επανάσταση. Με ορμητήριο το Άγιο Όρος, ξεσήκωσε τον Πολύγυρο και τη Σιθωνία, φτάνοντας μέχρι τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης.

Οι Τούρκοι αντέδρασαν αφοπλίζοντας τους κατοίκους, συλλαμβάνοντας προεστούς και καταστρέφοντας χωριά των περιοχών αυτών. Οι επαναστάτες πολέμησαν με τα οθωμανικά στρατεύματα στα Βασιλικά και στην Κασσάνδρα, ηττήθηκαν όμως και διαλύθηκαν.

Τουρκικές δυνάμεις πολιόρκησαν τη Νάουσα, όπου είχαν καταφύγει αγωνιστές σμίγοντας με τον αρματολό Τσάμη Καρατάσο και τον πρόκριτο Ζαφειράκη Λογοθέτη. Οι Τούρκοι την κυρίευσαν τον Απρίλιο του 1822. Η πόλη καταστράφηκε και γυναίκες μαζί με τα παιδιά τους, για ν' αποφύγουν την αιχμαλωσία, έπεσαν στον γκρεμό της Αράπιτσας. Η εξέγερση στο Βορρά είχε κατασταλεί. Η επαναστατική δραστηριότητα περιορίστηκε στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και σε νησιά του Αιγαίου.

Η άλωση της Τριπολιτσάς
Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο, ο Χουρσίτ Πασάς έστειλε 3.500 στρατιώτες να υπερασπιστούν την Τριπολιτσά (Τρίπολη), όπου είχε και την οικογένειά του.
Οι επαναστατημένοι Έλληνες πάλι, αφού κατέλαβαν την Καλαμάτα, έκαναν σύσκεψη για τις παραπέρα ενέργειές τους. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πρότεινε να πολιορκήσουν την Τριπολιτσά, που ήταν η κεντρική διοικητική, εμπορική και στρατιωτική έδρα των Τούρκων στην Πελοπόννησο. Πίστευε πως αν οι Έλληνες κατόρθωναν να την κυριεύσουν, θα αποδυναμώνονταν και τα υπόλοιπα κάστρα της περιοχής. Ετσι, επαναστάτες με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη κινήθηκαν προς την Τριπολιτσά, έστησαν στρατόπεδα στα βουνά γύρω από αυτήν και η πολιορκία άρχισε. Μετά την ήττα των Τούρκων στο Βαλτέτσι, κοντά στην Τριπολιτσά, οι Έλληνες αγωνιστές μπόρεσαν να προωθηθούν πιο κοντά στην πόλη.
Στην πολιορκία συμμετείχε και ο Δημήτριος Υψηλάντης, που είχε αναλάβει την αρχηγία του Αγώνα, ενώ τα τέσσερα κεντρικά στρατόπεδα διηύθυναν ο Κολοκοτρώνης, ο Αναγνωσταράς (Αναγνώστης Παπαγεωργίου), ο Παναγιώτης Γιατράκος και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Επίσης, είχαν σταλεί ελληνικές δυνάμεις στα Μέγαρα, για να εμποδίσουν τουρκικές ενισχύσεις να φτάσουν στην Τριπολιτσά από την Αθήνα.

Όσο περνούσε ο καιρός, η πολιορκία γινόταν πιο στενή. Στην πόλη τα τρόφιμα λιγόστεψαν και άρχισε η διχόνοια. Η Τριπολιτσά έπεσε στα χέρια των επαναστατών στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821. Ακολούθησαν σφαγές και λεηλασίες. Οπλισμένοι οι Έλληνες, μπήκαν στην πόλη χτυπώντας τους Τούρκους, που οχυρώθηκαν στα σπίτια τους. Οι Οθωμανοί που κλείστηκαν στον κεντρικό πύργο, τη Μεγάλη Τάπια, παραδόθηκαν έπειτα από τρεις ημέρες από έλλειψη νερού.
Η άλωση της Τριπολιτσάς, έξι μήνες από την έναρξη της Επανάστασης, ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς είχε συντριβεί η βασική στρατιωτική βάση του οθωμανικού στρατού στην Πελοπόννησο και χιλιάδες τουρκικά όπλα πέρασαν στην κατοχή των Ελλήνων, τονώνοντας το ηθικό τους. Οι εξεγερμένοι πίστεψαν πια πως οι Τούρκοι δεν ήταν ακατανίκητοι. Στη συνέχεια, οι νικητές της Τριπολιτσάς στράφηκαν στα περιφερειακά κάστρα της Πελοποννήσου, για να τα πολιορκήσουν.

Οι αγώνες του Κανάρη
Καθώς διέθεταν κυρίως εμπορικά πλοία, οι Έλληνες καπετάνιοι αντιμετώπιζαν τα μεγαλύτερα σε όγκο τουρκικά και αιγυπτιακά πολεμικά με τα πυρπολικά ή μπουρλότα. Επρόκειτο για μικρά σκάφη, γεμάτα με εκρηκτικά υλικά, που τα άναβαν και στη συνέχεια τα έσπρωχναν προς τα εχθρικά καράβια για να τα κάψουν.

Κατά την Επανάσταση του 1821, οι Έλληνες ναυτικοί τελειοποίησαν την κατασκευή των πυρπολικών και τα επάνδρωσαν με ριψοκίνδυνους εθελοντές, τους μπουρλοτιέρηδες. Στην αρχή το πυρπολικό πλησίαζε αθόρυβα το εχθρικό πλοίο τη νύχτα και το εμβόλιζε ή προσδενόταν επάνω του με γάντζους. Κατόπιν οι μπουρλοτιέρηδες το εγκατέλειπαν, ενώ ο κυβερνήτης έφευγε τελευταίος ανάβοντας το φιτίλι με δαυλό.
Αργότερα τα πυρπολικά χρησιμοποιήθηκαν και κατά τη διάρκεια της ημέρας σε ναυμαχίες. Συνήθως προπορεύονταν από τον υπόλοιπο στόλο, επέλεγαν το στόχο τους και πραγματοποιούσαν επιθέσεις με ελιγμούς. Η εμφάνισή τους προκαλούσε τρόμο στα εχθρικά καράβια. Από τις 59 συνολικά επιχειρήσεις πυρπόλησης, οι 39 είχαν επιτυχία.
Πρώτος χρησιμοποίησε πυρπολικό ο Ψαριανός Δημήτριος Παπανικολής, το Μάιο του 1821 στη ναυμαχία της Ερεσσού. Γνωστότερος όμως για τη δράση του έγινε ο Κωνσταντίνος Κανάρης από τα Ψαρά.

Όταν άρχισε η Επανάσταση, ο Κανάρης εγκατέλειψε το εμπορικό ναυτικό, όπου ήταν πλοίαρχος και πήρε μέρος σε καταδρομές εναντίον των Τούρκων. Τον Ιούνιο του 1822 ανατίναξε με το πυρπολικό του στο λιμάνι της κατεστραμμένης Χίου τη ναυαρχίδα του τουρκικού στόλου, στην οποία βρήκαν το θάνατο ο αρχιναύαρχος Καρά Αλής με περίπου 2.000 Οθωμανούς ναύτες και στρατιώτες που γιόρταζαν το Μπαϊράμι, τη μεγαλύτερη θρησκευτική γιορτή των Μουσουλμάνων. Ήταν η εκδίκηση των Ελλήνων για την καταστροφή της Χίου λίγους μήνες νωρίτερα.
Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου ο Κανάρης πυρπόλησε στην Τένεδο την αντιναυαρχίδα του νέου Τούρκου ναυάρχου, με αποτέλεσμα ο οθωμανικός στόλος να κλειστεί στην έδρα του στα Δαρδανέλια. Το 1824 ο Κανάρης κατέστρεψε δύο ακόμη τουρκικά πολεμικά πλοία στη Σάμο και στη Μυτιλήνη, ενώ το 1826 τραυματίστηκε σε επίθεση εναντίον μιας τουρκικής φρεγάτας και κινδύνεψε να αιχμαλωτιστεί.

Ο Κανάρης είχε προτείνει, τον Αύγουστο του 1825, οι Έλληνες να πυρπολήσουν τον αιγυπτιακό στόλο μέσα στη βάση του, στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Σύμφωνα με το σχέδιο του, τρία πυρπολικά και δύο πολεμικά καράβια κατευθύνθηκαν προς την Αίγυπτο και πλησίασαν την Αλεξάνδρεια. Στο λιμάνι μπήκε μόνον αυτός με το πυρπολικό του αλλά αναγκάστηκε να του βάλει πρόωρα φωτιά, καθώς ο ευνοϊκός άνεμος είχε κοπάσει και η επιχείρηση είχε γίνει αντιληπτή από ένα γαλλικό πολεμικό, που άρχισε να τους κανονιοβολεί.
​
Μετά την Απελευθέρωση, ο Κανάρης διορίστηκε αρχηγός του στόλου των πυρπολικών. Αργότερα έγινε ναύαρχος, φτάνοντας μέχρι το αξίωμα του πρωθυπουργού. Το ελληνικό κράτος, για να τον τιμήσει, έδωσε το όνομά του σε τρία πολεμικά σκάφη.

Η εκστρατεία του Δράμαλη - Δερβενάκια
Κατά τη διάρκεια του 1821, οι Τούρκοι επιχείρησαν να στείλουν στην Πελοπόννησο τρία ασκέρια, για να καταπνίξουν την Επανάσταση. Κανένα τους όμως δεν κατάφερε να φτάσει στον προορισμό του, λόγω της ένοπλης αντίστασης των Ελλήνων αγωνιστών της Στερεάς Ελλάδας. Το ένα από αυτά διοικούσε ο Μαχμούτ, που ονομαζόταν και Δράμαλης επειδή καταγόταν από τη Δράμα.
Ο Δράμαλης ήταν πασάς της Λάρισας και διέθετε στρατιωτική πείρα από προηγούμενες επιχειρήσεις στη Σερβία, στις οποίες συμμετείχε. Αφού κατέστειλε τα επαναστατικά κινήματα στο Πήλιο, στα Άγραφα και στον Ασπροπόταμο, διορίστηκε αρχηγός της εκστρατείας στην Πελοπόννησο.
Έτσι την άνοιξη του 1822, αφού συγκέντρωσε στην Υπάτη 18.000 στρατιώτες (πεζούς και ιππείς), πυροβόλα και εκατοντάδες μεταφορικά ζώα, κατευθύνθηκε νότια. Ο Δράμαλης πυρπόλησε τη Θήβα και μέσω των Μεγάρων πέρασε με τον πολυάριθμο στρατό του στην Κόρινθο. Από εκεί έφτασε μέχρι το Άργος χωρίς να συναντήσει αντίσταση.
Τότε ο Κολοκοτρώνης μαζί με άλλους αγωνιστές έθεσε υπό τον έλεγχο του τις διαβάσεις και τα περάσματα, απομονώνοντας τη στρατιά του Δράμαλη στην πεδιάδα της Αργολίδας. Ταυτόχρονα, μέσα στο φρούριο του Άργους κλείστηκαν ένοπλοι με αρχηγούς τον Δημήτριο Υψηλάντη και τον Πάνο, γιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Οι επαναστάτες, εφαρμόζοντας την τακτική της «καμένης γης», έκαψαν ταγεννήματα και τα αποθηκευμένα σιτηρά.

Εξαντλημένοι από την πολιορκία του κάστρου, από την έλλειψη τροφής και τις ασθένειες, οι Οθωμανοί αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Κόρινθο. Όμως οι τέσσερις οδοί διαφυγής είχαν καταληφθεί έγκαιρα από τις ελληνικές δυνάμεις, με εντολή του Κολοκοτρώνη. Ο ίδιος έπιασε το στενό των Δερβενακίων με 2.500 πολεμιστές, κρύβοντας μέσα σε θάμνους 800 από αυτούς. Αλλά και άλλοι οπλαρχηγοί, όπως ο Νικηταράς (Νικήτας Σταματελόπουλος), ο Παπαφλέσσας και ο αδελφός του Νικήτας Φλέσσας, κατέφθασαν για να βοηθήσουν.

Στις 26 Ιουλίου του 1822 έγινε φονική μάχη στα Δερβενάκια, κατά την οποία οι Τούρκοι στρατιώτες παγιδεύτηκαν. Όσοι κατάφεραν να σωθούν, κατέφυγαν στην Κόρινθο. Στα χέρια των Ελλήνων έπεσαν πολλά λάφυρα, ενώ ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ανακηρύχθηκε αρχιστράτηγος.

Έχοντας χάσει το 1/5 του στρατεύματος του, πολεμικό υλικό και πολλά ζώα, ο Δράμαλης πέθανε από τη λύπη του στην Κόρινθο. Η Επανάσταση για άλλη μια φορά είχε σωθεί.



19.1.17

Η Μάχη της Θυρέας (των 300 Σπαρτιατών απέναντι στους 300 Αργείους

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ «ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΩΝ» 546 π.Χ.

Η Μάχη της Θυρέας ή Μάχη των 600 λογάδων, ήταν η σημαντικότερη μάχη μεταξύ Λακεδαιμονίων και Αργείων για την κυριαρχία στην Κυνουρία, η οποία έγινε το 546 π.Χ. 

Ο Ηρόδοτος αφηγείται με λεπτομέρειες τα περιστατικά της μάχης εκείνης ηθογραφώντας και τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών και τα πολεμικά ηρωικά έθιμα εκείνης της εποχής.

Η εν λόγω μάχη συνέπεσε με μία μάχη που διεξαγόταν εκείνη τη περίοδο ανάμεσα σε Πέρσες και Λύδους. Ο Κροίσος, ήθελε τη βοήθεια των Λακεδαιμόνων, όμως αυτοί την ίδια περίοδο μάχονταν τους Αργείους, για το ποιος θα κυριαρχήσει στη Θυρέα, δηλαδή στη σημερινή Κυνουρία.
Artwork: Sculpture, artist: Johan Tobias Sergel (1740-1814) 
Called: Othryades the Spartan Dying, c. 1778. Location: Louvre in France

Τη Θυρέα, βάσει των όσων γνωρίζουμε μέσω του Ηροδότου, την είχαν υπό κατοχή οι Λακεδαιμόνιοι, άνηκε τότε στην Αργολίδα, όπως όλα τα δυτικά μέρη έως και του Μαλέα, τα Κύθηρα και κάποια σημαντικά εδάφη ακόμη, που άνηκαν στους Αργείους.

Με μια πρώτη μετάφραση του ανάλογου χωρίου, οι Αργείοι έτρεξαν για να υπερασπιστούν το έδαφος που τους άρπαζαν, ενώ αφού συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, συμφώνησαν να πολεμήσουν τριακόσιοι από κάθε μέρος, και όποιοι υπερίσχυαν αυτοί να γίνουν κύριοι του εδάφους. Οι υπόλοιποι στρατιώτες όμως και απ’ τις δύο πλευρές θα αποσύρονταν στην πατρίδα τους και θα παρέμεναν εκεί κατά τη μάχη και αυτό για να μη βοηθήσουν καθένας τους δικούς του, βλέποντάς τους να χάνουν τη μάχη.
The dying Otryades. here he is very near death but still inscribing his shield proclaiming a Spartan victory. Image By Boattail

Αφού λοιπόν συμφωνήθηκαν αυτά, παρέμειναν στο πεδίο της μάχης οι «επίλεκτοι» και απ’ τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα και ξεκίνησαν να μάχονται. Όμως ο αγώνας απέβη ισόπαλος, ενώ απ’ τους 600 άνδρες, απέμειναν μόνο τρεις. Ο Αλκήνωρ και ο Χρομίος από τους Αργείους, και ο Οθρυάδης από τους Λακεδαιμονίους. Αυτοί όμως έζησαν, γιατί καθώς νύχτωνε, η μάχη δε συνεχίστηκε.

Οι δύο Αργείοι λοιπόν, θεωρώντας ότι έχουν νικήσει, έτρεξαν στο Άργος, ενώ ο Οθρυάδης, αφού απογύμνωσε τους νεκρούς Αργείους, παίρνοντας τα όπλα τους, στο δικό του στρατόπεδο, έμεινε στη θέση του, χωρίς να φύγει.

Την επομένη κατέφθασαν στον χώρο και οι δύο στρατοί, προκειμένου να πληροφορηθούν το αποτέλεσμα. Οι μεν Αργείοι λοιπόν, τόνιζαν ότι απ’ αυτούς είχαν επιζήσει περισσότεροι, οι δε Λακεδαιμόνιοι, ότι τράπηκαν σε φυγή αφού επέζησαν οι Αργείοι, ενώ ο δικός τους παρέμεινε στο πεδίο μάχης, παίρνοντας μάλιστα και τα όπλα των Αργείων στο μέρος του.

Οι Αλκήνωρ και Χρόμιος, θεωρώντας ότι είναι οι μόνοι ζωντανοί, φεύγουν από το πεδίο της μάχης για να ανακοινώσουν τη νίκη τους στο Άργος, αλλά ο Οθρυάδης, συγκεντρώνει τις δυνάμεις του, σηκώνεται όρθιος, εκδύει τα σώματα των νεκρών Αργείων και με τον οπλισμό τους υψώνει Τρόπαιο, πάνω στο οποίο γράφει με το αίμα του«(Λακεδαιμόνιοι ) Κατ’ Αργείων» (σύμφωνα με τον Λουκιανό και το Ανθολόγιο Στοβαίου) ή «(Λακεδαιμόνιοι) Διί Τροπαιούχωι» (σύμφωνα με τον Πλούταρχο), και ξεψυχάει δίπλα στους 299 νεκρούς συμπολεμιστές του. Μόλις θα φθάσουν στο πεδίο της μάχης οι δύο στρατοί, το επόμενο πρωϊ, για να διαπιστώσουν το αποτέλεσμα, η νίκη αμφισβητείται και από τις δύο πλευρές και από λόγο σε λόγο οι δύο πλευρές έρχονται σε κανονική σύγκρουση. Μετά από αιματηρό αγώνα νικούν οι Σπαρτιάτες και η Θυρέα οριστικά δίδεται στην πόλη τους.

Αντίθετα από τον Ηρόδοτο που θέλει τον αρχηγό των Σπαρτιατών Οθρυάδη να έχει αυτοκτονήσει μετά την ύψωση του Τροπαίου, μη θέλοντας να επιστρέψει ζωντανός στην Σπάρτη όταν όλοι οι συλλοχίτες του είχαν φονευθεί, η παράδοση των Αργείων τον θέλει θανασίμως τραυματισθέντα υπό του Περιλάου, τον οποίο μάλιστα ετίμησαν οι Αργείοι, όπως διασώζει ο Παυσανίας (2, 20, 6), με ανδριάντα του στο Θέατρο της πόλεως. Η εκδοχή των Αργείων φαίνεται αληθεστέρα, δεδομένου ότι δεν θα άφηναν ποτέ ζωντανό οι δύο Αργείοι τον αρχηγό των αντιπάλων τους, άρα είναι λογικό να έχει ανασηκωθεί ο τελευταίος, τραυματισμένος σοβαρά, μέσα από νεκρά κορμιά, “αμικλάστοις δόρασι επερειδόμενος” όπως γράφει ο Πλούταρχος στα “Ηθικά” του, δηλαδή στηριζόμενος σε σπασμένα δόρατα, όταν απεχώρησαν οι επιζήσαντες δύο πολεμιστές του Άργους από το πεδίο της μάχης για να αναγγείλουν τη νίκη τους στην πατρίδα τους.

Η Σπάρτη πλέον θα ελέγχει μία μεγάλη έκταση 8.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων, που αντιστοιχεί στα 2/5 της Πελοποννήσου. Οι Αργείοι ξυρίζουν σε ένδειξη πένθους το κεφάλι τους και ορκίζονται να μην αφήσουν ξανά μακριά μαλλιά, μήτε οι γυναίκες τους να φορέσουν κοσμήματα χρυσά έως ότου επανακτηθεί η Θυρεάτις. Αντιθέτως, οι Σπαρτιάτες καθιερώνουν έκτοτε τα υπερβολικώς μακριά μαλλιά σε ανάμνηση της μεγάλης νίκης τους επί των Αργείων και ενσωματώνουν στη μνήμη τών εν Θυρέα πεσόντων και του Οθρυάδου και προς τιμήν του Θεού Απόλλωνος Καρνείου, μέσα στους ανά έτος εορτασμούς των «Γυμνοπαιδιών» ανδρικούς χορούς κατά την τελευταία ημέρα των εορτών στον χώρο του Θεάτρου της πόλεως.

Οι χορευτές Σπαρτιάτες πολεμιστές, γυμνόποδες και με μακριά μαλλιά (σε υπενθύμιση του όρκου των αντιπάλων τους να μην αφήσουν μακρυά τα μαλλιά τους και να μη ξαναφορέσουν οι Αργείες γυναίκες χρυσά κοσμήματα αν δεν ανακτήσουν την Κυνουρία) προσφέρουν με το τέλος των εορτασμών σπονδή στους Θεούς και στην ψυχή του ήρωος Οθρυάδου, ενώ οι τελετές αυτές συνδυάζονται χρονικώς με άλλη, μικρότερη εορτή, τουλάχιστον έως το 370 όπου απωλέσθη η Θυρεάτις, τα λεγόμενα “Παρπαρώνεια”, στην ακριβή τοποθεσία που διεξήχθη η αιματηρή μάχη (Πάρπαρος).

Souce/Photography/Bibliography

Herodotus, The Histories 1.82
N. Robertson, Festivals and legends: The Formation of Greek Cities in the Light of Public Ritual (University of Toronto press, 1992), pp. 179-207.
https://en.wikipedia.org
J.E. Lendon, "Soldiers & Ghosts: A history of Battle in classical antiquity" (Yale University press, 2006)
Paul Cartledge, "The Spartans: The World of the Warrior-Heroes of Ancient Greece", pp. 87-88.

3.9.16

Μάχη στα Κούναξα και Κάθοδος των Μυρίων 3 Σεπ 401 π.Χ.

Μάχες των Ελλήνων
Γιατί βλέπετε αυτήν την μάχη στην σελίδα μας; Λόγω της συμμετοχής των Ελλήνων μισθοφόρων,αλλά και λόγω της εμπλοκής των Περσών στους εμφύλιους πολέμους, η συμμετοχή των οποίων έκρινε πολλές φορές το αποτέλεσμα των πόλεμων (βλ. Πελοποννησιακους ).
Κούναξα είναι πόλη της αρχαίας Βαβυλωνίας σε απόσταση 500 σταδίων από τη Βαβυλώνα. Είναι γνωστή στην Ιστορία για τη μάχη που έγινε εκεί το 401 π.Χ.
Ο σατράπης της Ιωνίας Κύρος ο νεότερος θέλησε να κατακτήσει το θρόνο του αδελφού του Αρταξέρξη, που ήταν βασιλιάς της Περσίας. Έτσι συγκέντρωσε στρατό από 100.000 άντρες και εκστράτευσε από τη Λυδία, τάχα με σκοπό να τιμωρήσει τους κατοίκους της Πισιδίας που είχαν επαναστατήσει. Στο στρατό του είχαν προσχωρήσει 12.000 Έλληνες μισθοφόροι με αρχηγό το Σπαρτιάτη Κλέαρχο. Ο Αρταξέρξης, όταν έμαθε τις ενέργειες του αδελφού του, συγκέντρωσε στρατό από 100.000 άντρες. - Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στα Κούναξα, όπου έγινε σκληρή μάχη. Οι Έλληνες μισθοφόροι νίκησαν κι έτρεψαν σε φυγή τους Πέρσες, αλλά ο Κύρος σκοτώθηκε κι ο στρατός του αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει. Οι Έλληνες, με αρχηγό τον Ξενοφώντα, επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά από κοπιαστική πορεία διαμέσου της Μ. Ασίας. Ο Ξενοφώντας έγραψε για τις περιπέτειες της επιστροφής αυτής στο έργο του "Κύρου Ανάβασις".

Αλλά ας δουμε την μάχη διεξοδικά. Το 404 πέθανε ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος Β΄. Η σύζυγός του Παρύσατις, που ήταν γυναίκα ικανότατη και ραδιούργα, δεν αγαπούσε τον πρωτότοκο γιο της τον Αρταξέρξη, αλλά το νεώτερο τον Κύρο, που τον είδαμε να διορίζεται στα τελευταία χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου ηγεμόνας στις δυτικές παραλίες της Μικράς Ασίας και να συντελεί με την πιστή του συμμαχία προς τους Σπαρτιάτες στον οριστικό τους θρίαμβο.

Οι λόγοι της μάχης και η κατάσταση που επικρατούσε
Το 404 π.Χ. πέθανε ο Αχαιμενίδης βασιλιάς, Δαρείος Β' και τον διαδέχθηκε ο γιος του, Αρταξέρξης Β' προς απογοήτευση του δεύτερου γιου του, Κύρου του Νεότερου γεγονός που οδήγησε σε άγριο ανταγωνισμό και σε μία αναμέτρηση στα Κούναξα, κοντά στη Βαβυλώνα, το 401 π.Χ..

Ο Αρταξέρξης ήταν ο πρώτος εκ των τεσσάρων παιδιών του Δαρείου και της Παρυσάτιδος, γνωστός και ως Αρσάκης. Η Παρυσάτιδα ευνοούσε τον αδερφό του Κύρο, λόγω ότι γεννήθηκε πρώτος, αφού ο Δαρείος είχε γίνει βασιλιάς ενώ ο Αρταξέρξης είχε γεννηθεί πρώτος όταν ο Δαρείος ήταν ακόμη πρίγκηπας. Κατά τη διάρκεια της στέψης του Αρταξέρξη, ο Κύρος συνελήφθη για απόπειρα δολοφονίας κατά του αδερφού του και καταδικάστηκε σε θάνατο. Μετά τη μεσολάβηση της μητέρας του αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στις Σάρδεις, με σκοπό να καταστρώσει νέα συνωμοσία κατά του Αρταξέρξη. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου ο Κύρος βοήθησε τους Σπαρτιάτες να νικήσουν τους Αθηναίους και αυτοί ανταποδίδοντας τη χάρη απέστειλαν μία μεγάλη δύναμη 10.400 μισθοφόρων.

Ο Κύρος θέλοντας να κρατήσει μυστικές τις προθέσεις του, συνέχισε να πληρώνει τους φόρους του και δικαιολόγησε την συγκέντρωση των ελληνικών δυνάμεων λέγοντας ότι είχε διαμάχη με τον σατράπη της Ιωνίας, Τισσαφέρνη. Οι Έλληνες στρατιώτες, υπό τις διαταγές του Σπαρτιάτη στρατηγού Κλέαρχου συγκεντρώθηκαν χωρίς να γνωρίζουν το λόγο της εκστρατείας και ακόμη και όταν τον έμαθαν, ο Κύρος κατάφερε να τους πείσει με την υπόσχεση περισσοτέρων χρημάτων.
Ο Αρταξέρξης είχε ενημερωθεί για τα πλάνα του Κύρου από τον Τισσαφέρνη. Καταστρώνοντας τα σχέδια του είχε ως βοήθεια τον Έλληνα εμπειρογνώμονα Φαλίνο, ο οποίος - σύμφωνα με τον Ξενοφώντα - εργάζονταν για τον Τισσαφέρνη και θεωρείτο γνώστης των τακτικών του πεζικού.

Οι αντιμαχόμενες δυνάμεις
Οι δύο δυνάμεις διέφεραν κατά πολύ και είχαν διαφορετικά πλεονεκτήματα ο ένας συγκρινόμενος του άλλου. Ο Κύρος είχε ως πλεονέκτημα την ποιότητα του στρατεύματος του, καθώς διέθετε 10.400 βαριά οπλισμένους Έλληνες οπλίτες, αποδεδειγμένα ανώτερους από τους Πέρσες ομόλογους τους. Επίσης, διέθετε 2.500 μισθοφόρους πελταστές, 1.000 Παφλαγόνες ιππείς, 100.000 Ασιατικά στρατεύματα και 600 επίλεκτους ιππείς ως σωματοφυλακή.

Αντ' αυτού, ο Αρταξέρξης είχε ποσοτικό πλεονέκτημα καθώς διέθετε 400.000 πεζικάριους και 150 με 200 δρεπανηφόρα άρματα, καθώς και 6.000 ιππείς ως σωματοφυλακή. Επίσης, ο Αρταξέρξης είχε το πλεονέκτημα ότι περίμενε τον Κύρο και προετοίμασε τον στρατό του όσο το δυνατόν καλύτερα, ενώ ο Κύρος εξασθένισε το στρατό του μέσω μιας μεγάλης πορείας μέσα από την αραβική έρημο.

Η παράταξη των δύο στρατευμάτων
Ο Κύρος περίμενε ότι η αρχική συνάντηση θα πραγματοποιούνταν στην τάφρο που είχε διανοίξει ο Αρταξέρξης αλλά εξεπλάγη όταν πλησιάζοντας προς το όρυγμα συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε κανείς. Η παράταξη του Κύρου, συνέχισε την προέλαση της με τους Έλληνες μισθοφόρους, υπό την καθοδήγηση του Κλέαρχου, στην δεξιά πλευρά με τον ποταμό Ευφράτη να προστατεύει τα δεξιά τους. Στο αριστερό άκρο της ελληνικής πτέρυγας τοποθετήθηκαν 2.500 πελταστές με 1.000 Παφλαγόνες ελαφρούς ιππείς από πίσω τους. Στο κέντρο του στρατεύματος του, βρισκόταν ο Κύρος με τους 600 βαριά οπλισμένους φρουρούς του. Στο αριστερό άκρο της παράταξης βρισκόταν οι 100.000 Ασιάτες στρατιώτες με 20 δραπανηφόρα άρματα υπό την καθοδήγηση του Πέρση διοικητή Αριαίου.
Ο στρατός του Κύρου προχωρούσε σε σχηματισμό πορείας, όταν γύρω στο μεσημέρι οι ανιχνευτές του ανέφεραν την προσέγγιση του βασιλικού στρατού. Ο στρατός του Αρταξέρξη βρισκόταν σε βαθύ σχηματισμό με τον Αρταξέρξη στο κέντρο. Κοντά στον Ευφράτη είχε τοποθετηθεί το ιππικό του Τισσαφέρνη. Στα δεξιά του ιππικού τάχθηκε το βαρύ περσικό πεζικό και στα αριστερά του το αιγυπτιακό βαρύ πεζικό, ενώ πίσω τους βρισκόταν ιππικό και τοξότες σε μεγάλο βάθος.
Ο Ξενοφών αναφέρει ότι ο Κύρος διέταξε τον Κλέαρχο να παραταχθεί στο κέντρο, απέναντι από τον Αρταξέρξη αλλά ο Σπαρτιάτης στρατηγός αρνήθηκε φοβούμενος περικύκλωση από τον πολυάριθμο στρατό του Πέρση βασιλιά. Επίσης, αναφέρει ότι η μάχη ξεκίνησε νωρίς το απόγευμα οπότε οι δύο δυνάμεις είχαν πολύ χρόνο για να ανασυνταχθούν.

Νίκη Ελλήνων αλλά τελική ήττα του Κύρου
Οι δύο δυνάμεις βρίσκονταν σε απόσταση περίπου μισού χιλιομέτρου, όταν ο Κύρος έδωσε το σύνθημα για επίθεση. Η ελληνική πλευρά του στρατεύματος του προχωρούσε τραγουδώντας τον πολεμικό παιάνα που έδινε συντονισμό στο βάδισμα και ταυτόχρονα αποσκοπούσε στον εκφοβισμό του αντιπάλου. Από την πλευρά του Αρταξέρξη, πρώτα επιτέθηκαν τα δραπανηφόρα άρματα. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, μερικά από τα εν λόγω άρματα διαπέρασαν κατά λάθος το δικό τους στράτευμα ενώ άλλα πέρασαν τις γραμμές του Κύρου, ακυβέρνητα, με αποτέλεσμα να μην καταφέρουν να διασπάσουν την ελληνική φάλαγγα.

Μέτα τα δραπανηφόρα άρματα, ήταν παραταγμένο το περσικό και αιγυπτιακό ιππικό το οποίο υποχώρησε άτακτα, με τους Έλληνες να τους ακολουθούν για μία περίπου ώρα, κρατώντας τον σχηματισμό τους. Την ίδια στιγμή, η αριστερή πλευρά του Κύρου υπερφαλαγγίστηκε από τη δεξιά του Αρταξέρξη. Ο Τισσαφέρνης, βλέποντας το κενό στην δεξιά πλευρά του Κύρου, αφού οι Σπαρτιάτες είχαν προχωρήσει σχεδόν 6 χιλιόμετρα έχοντας απομακρυνθεί από την υπόλοιπη γραμμή, κατευθύνθηκε προς το ελληνικό στρατόπεδο διασκορπίζοντας τους Παφλαγόνες ιππείς και χωρίς να προσπαθήσει να επιτεθεί στους Έλληνες οπλίτες άδραξε την ευκαιρία, να επιτεθεί από πλάγια, στον Κύρο.
Ο Κύρος βλέποντας ότι δεν είχε επιλογές μετά την απομάκρυνση των Σπαρτιατών, επιτίθεται με τη φρουρά του κατά του αδελφού του. Η φρουρά του Αρταξέρξη διαλύεται σχεδόν αμέσως αφού ο διοικητής των 6.000 φρουρών του Αρταξέρξη, Αρταγέρσης σκοτώνεται από τη σφοδρή επίθεση του Κύρου. Αμέσως μετά επιτίθεται κατά του ίδιου του Αρταξέρξη χωρίς να έχει ανασυντάξει το ιππικό του. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Αρταξέρξης επιτέθηκε με το ακόντιο του αλλά πέτυχε τον φίλο του Κύρου, Σαλτιφέρνη. Ο Κύρος κατάφερε να πληγώσει τον Αρταξέρξη, αλλά στη σφοδρή μάχη με τους βασιλικούς σωματοφύλακες σκοτώθηκε.

Το αποτέλεσμα της μάχης
Η νίκη του ελληνικού στρατεύματος όχι μόνο δεν ωφέλησε τον Κύρο, αλλά άφησε εκτεθειμένη τη δεξιά πλευρά του έτσι ώστε να έχει τη δυνατότητα να διεισδύσει το ιππικό του Αρταξέρξη. Η αδύναμη αριστερή πλευρά του Αρταξέρξη οπισθοχώρησε και προφανώς δεν υπήρξε σωστός συντονισμός από τον Κύρο ή τον Κλέαρχο για το τι πρέπει να κάνουν οι Έλληνες μετά από το εν λόγω συμβάν.

Ο αριθμός των νεκρών, ήταν πολύ μικρός για τα μεγέθη των στρατευμάτων που συγκρούσθηκαν. Ο Πλούταρχος αναφέρει δύο πιθανά νούμερα: 9.000 σύμφωνα με τον Κτησία ή 25.000 σύμφωνα με τον Δείνωνα.

Μετά την μάχη, ο Αρταξέρξης απέδωσε στον Τισσαφέρνη την υψηλότερη βασιλική εύνοια, δίνοντάς του την κόρη του για σύζυγο. Επίσης, ο Τισσαφέρνης ανέλαβε τη διοίκηση των επαρχιών του Κύρου.

Τέλος, να αναφέρουμε ότι οι πολιτιστικές διαφορές Ελλήνων και Περσών οδήγησαν στη σύγκρουση των δύο πλευρών και στην μαχητική αποχώρηση του στρατεύματος του Κλέαρχου που έγινε γνωστή ως η Κάθοδος των Μυρίων. Η ηρωική αυτή πορεία ήταν που κατέδειξε τις αδυναμίες της Περσικής Αυτοκρατορίας στους Έλληνες και πιο συγκεκριμένα στο Φίλιππο και τον Μέγα Αλέξανδρο.

25.6.16

Πολιορκία της Ρόδου το 1522

Η πολιορκία και η επακολουθούμενη κατάκτηση της Ρόδου από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν το Μεγαλοπρεπή τον χειμώνα του 1522, που τερμάτισε τη μακρόχρονη κατοχή του νησιού από τους Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ και εγκαινίασε την, επίσης μακρόχρονη, κατοχή του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης της Ρόδου από τον Μωάμεθ Α΄Πορθητή το 1480, οι Ιππότες της Ρόδου κέρδισαν ακόμα κάποια χρόνια κυριαρχίας στο νησί. Παρόλο που και ο Βαγιαζήτ ο Α' είχε στείλει στόλο το 1503 για να καταλάβει το νησί, και το 1505 ξαναέστειλε τον Τούρκο πειρατή Κεμάλ Ρέις δεν πέτυχε τίποτα. Αλλά και ο Σελήμ ο Α΄ ετοιμαζόταν να την καταλάβει, συγκεντρώνοντας τροφές και πολεμοφόδια, αλλά ο θάνατός του, το 1520, ανέβαλλε αυτά τα σχέδια για να τα πραγματοποιήσει τελικά ο γιος του, Σουλεϊμάν. Ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής μόλις ανέβηκε στον θρόνο οργάνωσε εκστρατεία για να υποτάξει τη βορειοδυτική Βαλκανική. Όταν το Βελιγράδι έπεσε ύστερα από πολιορκία έξι μηνών μετά πήρε σειρά η Ρόδος.
Η Ρόδος εκείνη την εποχή βρισκόταν υπό τη διοίκηση των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη των Ιεροσολύμων και λόγω της θέσης της κατείχε σημαντικότατο ρόλο στο διαμετακομιστικό εμπόριο της Ανατολής, ήταν σχεδόν υποχρεωτικό λιμάνι για τα πλοία στη ρότα τους για Ανατολή, και γι’ αυτό πλούτιζε. Επίσης , ήταν κομβικό σημείο και για το εμπόριο μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Αιγύπτου αλλά και γενικότερα για την ανεμπόδιστη διακίνηση των Οθωμανών στην Αίγυπτο και τη Συρία, τις δυο επαρχίες που πρόσφατα είχε κατακτήσει ο πατέρας του Σουλεϊμάν, ο Σελήμ ο Α’. Φυσικό ήταν λοιπόν, ο Σουλεϊμάν να θέλει να την εντάξει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τον Σουλεϊμάν τον παρακινούσαν επίσης και ο μέγα βεζύρης του Μουσταφά, ο αρχιναύαρχος Κούρδογλης αλλά και ο Ιππότης Αντρέα ντ’ Αμαράλ που είχε επικοινωνία με τον Σουλτάνο προκειμένου να εκδικηθεί το Τάγμα γιατί δεν τον είχαν κάνει Μεγάλο Μαγίστρο τους. Ο Άραβας ιστοριογράφος και γιατρός του Σουλεϊμάν, Ραμαντάν, προτιμά να πιστεύει ότι αυτή την απόφαση την πήρε ο Σουλτάνος για να ελευθερώσει τους φυλακισμένους Τούρκους που βρίσκονταν στο νησί.
Ρόδος - 1522

«…….όσοι μουσουλμάνοι είχαν τη δυστυχία να πέσουν στα χέρια των Ιπποτών δεν είχαν καμιά ελπίδα να απελευθερωθούν. Αν ήταν πλούσιοι ζητούνταν υπέρογκα λύτρα, αν ήταν φτωχοί στέναζαν ισόβια στα δεσμά. Οι ρωμαλέοι αιχμάλωτοι υποβάλλονταν σε βαριές εργασίες παίρνοντας κάθε μέρα 2 δραχμές, τις οποίες ύστερα τους τις αφαιρούσαν. Τη νύχτα, όλοι φορτωμένοι με αλυσίδες, θρηνούσαν μέσα σε σκοτεινές φυλακές, όπου πλήθος έντομα ρουφούσαν το αίμα τους, και οι περισσότεροι πέθαιναν από την ανυπόφορη βρώμα. Όσοι ήταν αρκετά δυνατοί και επιζούσαν από τις κακουχίες, περνούσαν την υπόλοιπη ζωή τους με δάκρυα και στεναγμούς. Όλα τα πνεύματα ανάμεσα σε γη και ουρανό λυπήθηκαν για τα παθήματά τους, καθώς και οι άγγελοι και τα ουρί. Τελικά, οι προσευχές τους συγκίνησαν το Θεό που έδωσε στο σουλτάνο την έμπνευση του πολέμου κατά της Ρόδου…….»

Όταν ο Σουλεϊμάν αποφάσισε την εκστρατεία έγραψε στους Ιππότες ζητώντας τους να εκκενώσουν το νησί.Επειδή η απάντηση ήταν αρνητική ο Σουλεϊμάν ξεκίνησε από τη Κωνσταντινούπολη με πολύ στρατό και στόλο. Ο στρατός με 100,000 άντρες διέσχισε όλη τη Μικρά Ασία και έφτασε στα παράλια της Καρίας, απέναντι από τη Ρόδο, τον Ιούνη του 1522. Στις 18 Ιουνίου και ο στόλος αποτελούμενος από 300 πλοία και με αρχηγό τον βεζύρη Μουσταφά έφτασε στην Ρόδο, αποβίβασε τα στρατεύματα και τα πολεμοφόδια, ετοίμασε το στρατόπεδο και περίμενε τον Σουλτάνο. Ο Σουλτάνος αποβιβάστηκε στη Ρόδο στις 28 Ιουλίου.

Από την άλλη πλευρά οι Ιωαννίτες, διέθεταν μόνο 4,500 στρατιώτες και 600 ετοιμοπόλεμους ιππότες αλλά είχαν και τη πλήρη στήριξη του λαού της Ρόδου, που ήταν έτοιμος να βοηθήσει την άμυνα της πόλης, όπου χρειαζόταν. Ο Μεγάλος Μάγιστρος, Φιλίπ ντε Βιλιέ ντε λ' Ιλ-Αντάμ με τόσο μικρές δυνάμεις δεν ήταν σε θέση να εμποδίσει την απόβαση των στρατευμάτων και έτσι προτίμησε να ασχοληθεί με την άμυνα της πόλης της Ρόδου, καταστρέφοντας τα σπίτια που ήταν χτισμένα κολλητά στα τείχη και συγκεντρώνοντας όλους τους αγρότες μέσα στη πόλη. Επίσης, πυρπόλησε τα χωριά γύρω από το στρατόπεδο των Τούρκων για να τους δυσκολέψει στην προμήθεια τροφίμων. Οργάνωσε την άμυνα καθορίζοντας τις θέσεις των Ιπποτών στους 7 προμαχώνες της πόλης ανάλογα με τις γλώσσες που ανήκαν. (οι διάφορες εθνότητες των Ιπποτών χωρίζονταν διοικητικά σε ‘’γλώσσες’, π.χ. η γλώσσα της Γαλλίας =οι Γάλλοι, της Γερμανίας= οι Γερμανοί, της Αραγονίας= οι Αραγονέζοι της Ισπανίας κ.λ.π.)

Την 1η Αυγούστου άρχισε η επίθεση με πρώτον επιτιθέμενο τον μπεηλέρμπεη της Ρούμελης Αγιάζ Πασά, κατά της θέσης που υπερασπίζονταν οι Γερμανοί Ιππότες ενώ ταυτόχρονα άρχιζαν οι προσπάθειες των Τούρκων «μιναδόρων» να φτιάχνουν υπονόμους - που τους ανατίναζαν με εκρηκτικά έτσι ώστε να καταρρεύσουν από κάτω τα τείχη - ,προσπάθειες που κράτησαν 4 περίπου μήνες χωρίς κανένα όμως αποτέλεσμα. Οι Ιππότες είχαν μαζί τους τον περίφημο μηχανικό Γαβριήλ Μαρτινέγκου που κάνοντας την δουλειά του στην εντέλεια εξουδετέρωνε πάντα την κατάλληλη στιγμή τις ενέργειες των Τούρκων.

Στις 4 Σεπτεμβρίου δυο υπόνομοι που ανοίχτηκαν κατέστρεψαν ένα μέρος του τείχους που φύλαγαν οι Άγγλοι Ιππότες. Από το ρήγμα ανέβηκαν στα τείχη Τούρκοι στρατιώτες αλλά οι Ιππότες με αρχηγό τους τον Μάγιστρό τους Φιλίπ ντε Βιλιέ ντε λ' Ιλ-Αντάμ, τους αναχαίτισαν και σκότωσαν 2000 άντρες.

Στις 13 Σεπτεμβρίου ξαναπροσπαθώντας οι Τούρκοι κατέλαβαν και πάλι τον προμαχώνα που υπερασπίζονταν οι Άγγλοι Ιππότες, στήνοντας μάλιστα και πέντε σημαίες τους αλλά και πάλι, ο Γερμανός ταξίαρχος Μπάλντερ που κατέφθασε για να βοηθήσει τους αναχαίτισε και τους έδιωξε εντελώς.


Στις 24 Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε γενική έφοδος σε όλα τα οχυρώματα της πόλης. Τα ξημερώματα της 25ης Σεπτέμβρη οι Τούρκοι όρμησαν προς τα τείχη της πόλης, επικεντρώνοντας όμως τις προσπάθειές τους στα τείχη των Άγγλων και Γερμανών Ιπποτών που ήταν λόγω των προηγούμενων επιθέσεων πιο ευάλωτα. Τελικά και πάλι οι Τούρκοι απωθήθηκαν από παντού, και μάλιστα έχασαν 15,000 στρατιώτες που τους εγκατέλειψαν πάνω στα τείχη και στη τάφρο. Σε εκείνη τη γενική έφοδο βοήθησε όλος ο πληθυσμός της Ρόδου με όλους τους τρόπους που μπορούσαν. Ο Σουλεϊμάν θυμωμένος από το αποτέλεσμα καθαίρεσε τον αρχιστράτηγό του Αγιάζ Πασά. Αργότερα, όμως τον επανέφερε και πάλι στη θέση του.

Στις 12 Οκτώβρη νέα επίθεση για να καταλάβουν τον αγγλικό προμαχώνα. Πολλοί στρατιώτες πάλι ανέβηκαν στα τείχη, αλλά βλέποντας ότι οι αγάς τους είχε τραυματιστεί, υποχώρησαν και έφυγαν. Στα τέλη Οκτωβρίου επιτέθηκαν στους προμαχώνες της Ιταλίας και της Προβηγκίας αλλά και πάλι απέτυχαν.Εν τω μεταξύ μέσα στη Ρόδο ανακαλύφθηκαν οι προδοτικές συνεννοήσεις του ντ’ Αμαράλ με τους Τούρκους, καθαιρέθηκε από τον βαθμό του και στις 30 Οκτωβρίου 1522 εκτελέστηκε.

Στις 30 Νοεμβρίου νέα επίθεση κατά των προμαχώνων της Ιταλίας και της Ισπανίας. Οι εχθροί κέρδισαν έδαφος, ανέβηκαν στα τείχη κατάφεραν να περάσουν και τα περιφράγματα και ήταν έτοιμοι να μπουν στη πόλη όταν οι κωδωνοκρουσίες κινητοποίησαν όλο τον λαό που έτρεξαν στα περιφράγματα, αναχαίτισαν τους Τούρκους και ξαναπήραν το ρήγμα. Οι απώλειες των Τούρκων εκείνη την ημέρα ήταν 3000. Οι Οθωμανοί παρόλο που είχαν χάσει σχεδόν 100.000 στρατιώτες από τον πόλεμο και από αρρώστιες συνεχώς ανανέωναν τις δυνάμεις τους με νέες στρατολογίες που κατέφθαναν στην Ρόδο. Οι χριστιανοί όμως δεν είχαν τέτοια δυνατότητα και έτσι ο θάνατος του καθενός άφηνε δυσαναπλήρωτα κενά. 

Στις 10 Δεκεμβρίου, ο σουλτάνος γνωρίζοντας την απελπιστική θέση των πολιορκούμενων κάλεσε τον Μεγάλο Μάγιστρο σε έντιμη συνθηκολόγηση με τον όρο να παραδώσει τη πόλη μέσα σε 3 ημέρες. Μάλιστα, ο Σουλεϊμάν σε μια του προκήρυξη που έριξε με τόξο μέσα στη πόλη, ανακοίνωσε ότι αν οι κάτοικοι παρέδιδαν τη πόλη, θα έμεναν αφορολόγητοι για 5 χρόνια και ότι τα παιδιά τους δεν θα περιλαμβάνονταν στο συνηθισμένο «παιδομάζωμα» των Τούρκων.

Τελικά αυτό κατορθώθηκε στις 22 Δεκεμβρίου. Οι βασικοί όροι της συνθήκης ήταν οι εξής:

να μη βεβηλωθούν οι χριστιανικές εκκλησίες

οι κάτοικοι να συνεχίσουν να θρησκεύονται ελεύθερα

να μείνουν αφορολόγητοι για 5 χρόνια (για να συνέλθουν από τις καταστροφές που προκάλεσε στις περιουσίες τους, η πολιορκία)


και να επιτραπεί η ελεύθερη αναχώρηση όσων κατοίκων θέλουν.

Οι Ιππότες θα μπορούσαν να πάρουν όλη τη κινητή περιουσία τους και κατά τη παράδοση της πόλης μόνο ο αγάς με 4,000 στρατιώτες θα έμπαιναν να παραλάβουν τη πόλη και όχι όλος ο στρατός.

Στις 25 Δεκέμβρη η πόλη της Ρόδου παραδόθηκε, αλλά παρ' όλη τη συμφωνία οι Τούρκοι στρατιώτες και βιαιοπράγησαν και λεηλάτησαν και βεβήλωσαν χριστιανικές εκκλησίες.


Στις 1 Γενάρη του 1523 ο μεγάλος μάγιστρος των Ιπποτών της Ρόδου, Φιλίπ ντε Βιλιέ ντε λ' Ιλ-Αντάμ, οι Ιππότες και 4.000 κάτοικοι, εγκατέλειψαν τη Ρόδο, ύστερα από 220 χρόνια ηγεμονίας.
Field sketch of the Fortress City of Rhodes as in 1522,
showing the initial deployment of the opposing forces 
(S III, Rhodes, c 1978)

Key:

    1. Post of France 9. Ayas Pasha
    2. Post of Germany 10. Ayas Pasha
    3. Post of Auvergne 11. Ahmed Pasha
    4. Post of Aragon 12. Qasim Pasha
    5. Post of England 13. Mustafa Pasha
    6. Post of Provence 14. Piri Pasha
    7. Post of Italy 15. Fort St. Nicholas
    8. Janissaries 16. Boom Defences

Στις 2 Γενάρη του 1523 ο σουλτάνος Σουλεϊμάν προσευχήθηκε για να ευχαριστήσει τον Αλλάχ για τη νίκη που του έδωσε, στο ναό του Αγίου Ιωάννη των Ιπποτών που οι Τούρκοι είχαν ήδη μεταμορφώσει σε τζαμί.

Μετά τη Ρόδο, οι Τούρκοι κατάλαβαν και τα υπόλοιπα νησιά που ήταν στην κυριαρχία των Ιπποτών της Ρόδου: Κάλυμνο, Σύμη, Λέρο, Κω, Νίσυρο, Τήλο και Χάλκη.

Ο Σουλεϊμάν ενθαρρυμένος από τη κατοχή αυτής της τόσο σημαντικής ναυτικής βάσης, έφτιαξε μεγάλο στόλο, με σκοπό να εκδιώξει τη Βενετία από την ανατολική Μεσόγειο, έβαλε στόλαρχο τον περίφημο πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα και το 1537 ξεκίνησε έναν ακόμα βενετοτουρκικό πόλεμο.

Οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη έφυγαν από το νησί χωρίς να έχουν βρει που θα μεταφέρουν την έδρα του Τάγματος. Έτσι, μια τρικυμία τους έβγαλε στην Κρήτη πρώτα, μετά στα Κύθηρα αλλά η Βενετία δεν ήταν πρόθυμη να τους δώσει καταφύγιο. Φεύγοντας από κει πήγαν στη Νάπολη και από εκει στο Βιτέρμπο το 1524 όπου και διαπραγματεύτηκαν με τον βασιλιά της Γερμανίας, Κάρολο Ε΄, την παραχώρηση της Μάλτας.

Ταυτόχρονα προσπαθούσαν να κινήσουν επανάσταση στη Ρόδο, για να επέμβουν και να διώξουν τους Τούρκους, αλλά η προσπάθεια εξαιτίας των πολλών αναβολών μαθεύτηκε από τους Τούρκους και το 1529εγκαταλείφθηκε η ιδέα. Το 1530 τελικά τους παραχωρήθηκε η Μάλτα, στην οποία κατέλυσαν το 1531 λίγο μετά την αποτυχημένη τους προσπάθεια να καταλάβουν και τη Μεθώνη.

Πηγές
Ancient Rhodes
Οι ελληνικές πηγές της εποχής είναι λίγες και γι' αυτό η παρακάτω γραπτή μαρτυρία είναι πολύτιμη. Το χειρόγραφο βρέθηκε στην βιβλιοθήκη της Πάτμου και βρίσκεται επίσης, στο βιβλίο του Γιάννη Κορδάτου "Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας" από όπου και την αντλήσαμε. Είναι η περιγραφή της πολιορκίας από κάποιο ημερολόγιο που γραμμένη στη κοινή ελληνική της εποχής και αναφέρει:

«στους αφκβ’ (χρόνους) ήλθεν ο άνωθεν σουλτάν Σουλεϊμάν με την αρμάδαν* του Ιουνίου κστ’ και στας ιζ’ του Ιουλίου ημέρα έκτη έδωσε πόλεμον με φωτιά και άλλα πράματα. Και εις τα δ’ του Σεπτεμβρίου έδωσαν ομοίως πόλεμον και εβγάλαν τους όξω. Στις θ’ ομοίως έδωσαν πόλεμον με λουμπάρδες* και φωτιάν και εμουντάραν απάνω και εγκρεμνίσασίν τους και εβάλαν φλάμουρα* και εσκοτώθησαν πολλοί Τούρκοι Σεπτεμβρίου ιζ’ και πήραν κακήν ημέραν με φωτιά. Στοις κδ’ έδωσαν μέγαν πόλεμον με μίνες* και φωτιά και έσμιξε σπαθί με σπαθί και κράτηξεν ο πόλεμος ώρες στ’ και επήρεν και το μπελοβάρδιν του Σπάνια* και κράτηξεν ο πόλεμος ώρες δ’ και πάλιν το επήραν και έβγαλάν τους όξω και σκοτωθήκαν Τούρκοι χιλιάδες δ’. Οκτωβρίου στ’ έδωσαν ομοίως πόλεμον και ανέβησαν επάνω και έβγαλάν τους όξω. Στοις θ’ έδωσαν ομοίως πόλεμον και έβγαλάν τους όξω. Στοις ιζ’ έδωσαν ομοίως πόλεμον εις την πόρταν του Αγίου Αθανασίου και ανέβησαν απάνω στο μπελοβάρδιν και εβάλαν φλάμουρα και επολεμήσαν σπαθίν με σπαθίν όλη μέρα και έβγαλάν τους όξω. Στοις κβ’ έδωσαν ομοίως πόλεμον στην Οβριακήν* και σκότωσαν Τούρκους χιλιάδες στ’. και τω αυτώ μηνί κε’ εκάμαν χαλασίαν και εμπήκαν πολλοί Τούρκοι και έβγαλάν τους κακώς έχοντα. Τω αυτώ μηνί κθ’ ημέρα Σαββάτω εμπήκαν μέσα στο Μανδράκι και όσοι εμπήκαν τόσοι επομείναν. Δεκεμβρίου κε’, αφκβ’ επαράδωκάν την (τη Ρόδο) του Τούρκου».
Konstantin Nossov; Brian Delf (illustrator) (2010). The Fortress of Rhodes 1309-1522. Osprey Publishing. ISBN 978-1-84603-930-0.
Kinross, The Ottoman Centuries: The Rise and Fall of the Turkish Empire, 176
L. Kinross, The Ottoman Centuries: The Rise and Fall of the Turkish Empire, 178
Hughes, Q., Fort 2003 (Fortress Study Group), (31), pp 61–80
Sir William Davenant (1606 - 1668)
Brockman, Eric (1969), The two sieges of Rhodes, 1480-1522, (London:) Murray, OCLC 251851470
Kollias, Ēlias (1991), The Knights of Rhodes : the palace and the city, Travel guides (Ekdotikē Athēnōn), Ekdotike Athenon, ISBN 978-960-213-251-7
Reston, James Jr., Defenders of the Faith: Charles V, Suleyman the Magnificent, and the Battle for Europe, 1520-36 (New York: Penguin, 2009).
Smith, Robert Doulgas and DeVries, Kelly (2011), Rhodes Besieged. A new history, Stroud: The History Press, ISBN 978-0-7524-6178-6
https://el.wikipedia.org
Tercier, Memoire sur la prise de Rhodes. Paris, 1759. ΣΑΘΑΣ, Ιστορία της Τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, εκδ. Λιβάνη, τόμος Ά',σελ.107
Πατμιακή βιβλιοθήκη», 1890, σελ.147
Vatin, Nicolas (1994), L' ordre de Saint-Jean-de-Jérusalem, l'Empire ottoman et la Méditerranée orientale entre les deux sièges de Rhodes : (1480 - 1522), Collection Turcica, 7 (in French), Peeters, ISBN 978-90-6831-632-2
Weir, William, 50 Battles That Changed the World: The Conflicts That Most Influenced the Course of History, The Career Press, 2001. pp. 161-9. ISBN 1-56414-491-7

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΙΑΜΑΤΙΚΩΝ ΛΟΥΤΡΩΝ ΚΑΙ Η ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥΣ ΣΕ SPA

Τα νερά των φυσικών ή ιαματικών πηγών είναι νερά, που πηγάζουν μέσα από πετρώματα και βράχους που βγαίνουν από τα έγκατα της γης. Είναι εμπλ...