MythologyMythologyDocumentariesFestivalspersonswarsBeutiful HellasArtFun
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Ελληνική Βιβλιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Ελληνική Βιβλιογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7.2.17

Αίσωπος

Αρχαία Ελληνική Βιβλιογραφία | Πρόσωπα | Αίσωπος | Έργα του Αισώπου
Ο Αίσωπος είναι ο πρώτος γνωστός μυθοποιός, δηλαδή συγγραφέας μύθων, λαϊκών ιστοριών με αλληγορικό περιεχόμενο και ηθικοπλαστικό χαρακτήρα. Αν και πιθανόν ο γνωστότερος συγγραφέας της Αρχαιότητας, είναι κατά βάση μυθική μορφή. Η γέννηση, η καταγωγή και η ζωή του υπήρξαν, ήδη από την Κλασική περίοδο, αντικείμενο αντιφατικών πληροφοριών. Μάλιστα, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο Αίσωπος, όπως ο Όμηρος και ο Ησίοδος, είναι περισσότερο η κατασκευή μιας εμβληματικής μορφής αντιπροσωπευτικής ενός αρχαϊκού λογοτεχνικού είδους, του μύθου, παρά ένας υπαρκτός συγγραφέας.



Ο γραμματικός Θέων, αναφερόμενος στους αισωπικούς μύθους, τονίζει ότι παίρνουν το όνομά τους όχι από το δημιουργό τους, του οποίου προηγήθηκαν ο Όμηρος (στον ψευδεπίγραφο Μαργίτη), ο Ησίοδος και ο Αρχίλοχος, αλλά επειδή ήταν εκείνος που τους χρησιμοποίησε συχνότερα και με τη μεγαλύτερη τέχνη. Πράγματι, διάφοροι μύθοι που αποδίδονται στον Αίσωπο στην πραγματικότητα συναντώνται ήδη στο έργο ποιητών, όπως ο Ησίοδος, ο Αρχίλοχος και ο Σιμωνίδης ο Κείος, ενώ και ορισμένες από τις ανεκδοτολογικές αφηγήσεις που αποδεικνύουν τη σοφία του έχουν πρωταγωνιστές, σε άλλες περιστάσεις, διάφορους άλλους διάσημους για τη σοφία τους άνδρες, όπως ο Βίας ο Πριηνεύς, ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο Πιττακός από τη Μυτιλήνη ή ο Σόλων ο Αθηναίος.

Η ζωή του Αισώπου

Έργα με θέμα τη δράση του θα πρέπει να κυκλοφορούσαν ήδη τον 6ο αι. π.Χ. Σημαντικότερη πηγή μας εντούτοις είναι ο Βίος του Αισώπου, ένα έργο που κατά τους περισσότερους μελετητές χρονολογείται στα τέλη του 1ου αι. π.Χ. ή στις αρχές του 1ου αι. μ.Χ. και πιθανόν συντάχθηκε στην Αλεξάνδρεια, το οποίο όμως περιέχει πολλά μυθιστορηματικά και φανταστικά στοιχεία, στα πρότυπα των μυθιστορηματικών βίων σπουδαίων ανδρών που παρήγε η εποχή αυτή. Μάλιστα, ορισμένοι από τους μύθους του Αισώπου έχουν ενταχθεί στη διήγηση.3 Ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για τον Αίσωπο, κατέληξαν μάλιστα στο συμπέρασμα ότι ήταν Θράκας και όχι Φρύγας.

Όπως και στην περίπτωση του Ομήρου, αρκετές περιοχές της Μικράς Ασίας και του Αιγαίου έριζαν για την καταγωγή του: οι Σάρδεις, πρωτεύουσα της Λυδίας, η Σάμος, η Μεσημβρία, ελληνική αποικία στη Θράκη, και το Αμόριον ή το Κοττιαίον στη Φρυγία. Οι περισσότερες πάντως πηγές τον αναφέρουν ως Φρύγα ή Λυδό.

Ορισμένα στοιχεία από τη ζωή του συναντώνται στις περισσότερες εκδοχές της βιογραφίας του, όπως ότι γεννήθηκε πριν από το 620 π.Χ. Ο Αίσωπος ήταν διαβόητος για την ασχήμια του: είχε πολύ μεγάλο κεφάλι σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα, πλακουτσωτή μύτη, φουσκωτά χείλη, καμπουριασμένο σώμα και μεγάλη πεταχτή κοιλιά, χαρακτηριστικά που του απέδωσαν το όνομα Αίσωπος, δηλαδή Αιθίοπας. Μάλλον ήταν και κουτσός. Όπως αναφέρει ο ρήτορας Ιμέριος, δεν ήταν μόνο οι μύθοι του που προκαλούσαν το γέλιο, αλλά και η μορφή του, η φωνή και ο τρόπος ομιλίας του, που τον έκαναν πιο άσχημο και πιο γελοίο ακόμη και από τον ομηρικό Θερσίτη. Στον Αίσωπο λοιπόν αναγνωρίζει κανείς το αρχέτυπο του βασιλικού γελωτοποιού, με την αντισυμβατική συμπεριφορά, την κοφτερή γλώσσα και την ελευθεροστομία που φθάνει στα όρια της αυτογελοιοποίησης αλλά και της συγκαλυμμένης κοροϊδίας των κυρίων του. Οι μύθοι του δεν αποτελούν προϊόν διδακτικής λογοτεχνίας, αλλά επινοούνται ώστε να υποδείξουν έναν τρόπο δράσης σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, σχετιζόμενη κυρίως με πολιτικά ή ρητορικά προβλήματα.4

Ο Αίσωπος ήταν δούλος, όχι από τη γέννησή του, αλλά μάλλον λόγω αιχμαλωσίας. Κύριός του παραδίδεται από το Βίο και τις περισσότερες πηγές ο φιλόσοφος Ξάνθος ο Σάμιος, αν και ο Ηρόδοτος, η παλιότερη πηγή μας, αναφέρεται στον Ιάδμονα το Σάμιο, εκδοχή που αποδεχόταν και ο Αριστοτέλης στη χαμένη σήμερα Σαμίων Πολιτεία του. Ύστερα κείμενα μιλούν και για τον Τίμαρχο τον Αθηναίο.5

Ο βίος του Αισώπου διαρθρώνεται σε τρεις ενότητες: την περίοδο της δουλείας στη Σάμο, το διάστημα της θητείας ως συμβούλου στη Βαβυλώνα και την εποχή της επίσκεψης στους Δελφούς και του θανάτου του συγγραφέα.

Διάφορα κωμικά ανέκδοτα για την ευστροφία του και τον τρόπο με τον οποίο γελοιοποιούσε τόσο τους συντρόφους δούλους του όσο και τους κυρίους του είναι γνωστά. Την ελευθερία του την όφειλε στον τρόπο με τον οποίο συμβούλευσε τους Σαμίους να διατηρήσουν την ελευθερία τους απέναντι στον πανίσχυρο βασιλιά της Λυδίας Κροίσο. Ο βασιλιάς τον χρησιμοποίησε ως σύμβουλό του, ενώ λέγεται ακόμη πως περιπλανήθηκε στην Ασία και την Αίγυπτο όντας σύμβουλος του φανταστικού βασιλιά της Βαβυλώνας Λυκούργου.

Αναφέρεται ότι επισκέφτηκε τις σημαντικότερες πόλεις της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων την Αθήνα και την Κόρινθο, ακόμη και τη Σύβαρι στην Κάτω Ιταλία. Μαρτυράται επίσης από τις παραδόσεις η συνομιλία του με το Σόλωνα περί του τρόπου με τον οποίο πρέπει ο σοφός να συμβουλεύει τους δυνάστες. Κωμική εκδοχή της συνομιλίας παρουσίαζε ο Αθηναίος κωμικός ποιητής Άλεξις στο χαμένο σήμερα έργο του Αίσωπος. Τέλος, ο Πλούταρχος τον τοποθετεί στο περίφημο συμπόσιο των Επτά Σοφών, μια λαϊκή διήγηση που θα πρέπει να χρονολογηθεί στον 4ο αι. π.Χ.


Το τέλος της ζωής του επήλθε κατά τη διάρκεια μίας ακόμη διπλωματικής του αποστολής στην υπηρεσία τουΚροίσου, το 564 π.Χ.6 Ο βασιλιάς της Λυδίας εμπιστεύτηκε στον Αίσωπο ένα μεγάλο ποσό χρυσού, για να το διανείμει στους κατοίκους των Δελφών, τελώντας θυσία για λογαριασμό του. Αηδιασμένος εκείνος από την απληστία τους, αρνήθηκε να μοιράσει το ποσό και το έστειλε πίσω στο βασιλιά του. Οργισμένοι οι κάτοικοι των Δελφών τον κατηγόρησαν για κλοπή και ιεροσυλία, βάζοντας στις αποσκευές του ένα ιερό σκεύος, και, παρά τον ιερό του χαρακτήρα ως πρεσβευτή, τον εκτέλεσαν σαν δημόσιο εγκληματία, κατακρημνίζοντάς τον από τις λεγόμενες Φαιδριάδες Πέτρες. Ως σοφός ο Αίσωπος θεωρούνταν ιερός και αφιερωμένος στον Απόλλωνα, γι’ αυτό και το μαντείο σίγησε και έπεσε λιμός στην πόλη των Δελφών για τη σκευωρία και την άδικη εκτέλεσή του, ενώ, κατά μία άλλη εκδοχή, για τη δολοφονία του Αισώπου εκδικήθηκαν οι Σάμιοι. Ανεκδοτολογικές πηγές αναφέρουν ότι ο Αίσωπος δεν πέθανε, αλλά έζησε μέσω της μετεμψύχωσης, και μάλιστα πολέμησε με τους Λακεδαιμόνιους στις Θερμοπύλες. Μια υπαινικτική αναφορά του θανάτου του Αισώπου στους Δελφούς κάνει ο Αριστοφάνης στους Σφήκες το 422 π.Χ., στοιχείο που μαρτυρά ότι η ιστορία ήταν ευρέως γνωστή στο αθηναϊκό κοινό της εποχής.

Η ιστορικότητα του γεγονότος δε γίνεται αποδεκτή από τους μελετητές: η ιστορία παρέχει πολλά στοιχεία δανεισμένα από την τελετουργία του φαρμακού,7 έτσι ώστε να θεωρείται ότι η αφήγηση χτίστηκε πάνω στο συγκεκριμένο τελετουργικό μοντέλο ή εν πάση περιπτώσει ότι διαμορφώθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε ακόμη και ο ιστορικός πυρήνας της να είναι αδύνατο να ανακτηθεί.
Aesop as depicted by Francis Barlow in the 1687 edition of Aesop's Fables with His Life

Απεικονίσεις του Αισώπου στην τέχνη

Η αρχαιότερη εικόνα του Αισώπου απαντά σε ερυθρόμορφη αττική κύλικα του 450 π.Χ. περίπου, που απηχεί με έξοχο τρόπο την ασχήμια του: ο μυθοποιός παρουσιάζεται ως καρικατούρα με τεράστιο κεφάλι και κρατώντας ένα ραβδί, καθισμένος σε βράχο να συνομιλεί με μια αλεπού.9
Aesop shown in Japanese dress in a 1659 edition of the fables from Kyoto

Κάποιες μη αξιόπιστες πηγές, τέλος, αναφέρουν την ύπαρξη ανδριάντα του Αισώπου στην Αθήνα, ενώ λέγεται ότι και οι διάσημοι γλύπτες Λύσιππος και Αριστόδημος έφτιαξαν αγάλματα του ποιητή. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι πιθανόν και οι τρεις αναφορές αφορούν το ίδιο άγαλμα.



Πορτρέτα του ποιητή από την Ελληνιστική περίοδο έχουν αναγνωριστεί σε κάποια αγάλματα παραμορφωμένων ανδρών, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή ένδειξη για την ταυτότητά τους.
Portrait of Aesop by Velázquez in the Prado.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η πιθανότατα φανταστική απεικόνιση του Αισώπου περιτριγυρισμένου από τους μύθους σε ιδιωτική οικία στη Νεάπολη της Καμπανίας, που περιγράφει ο Φιλόστρατος. Εξέχουσα θέση ως κορυφαίος του χορού των μύθων κατέχει η αλεπού, αγαπημένος πρωταγωνιστής των αισώπειων μύθων, που παραπέμπει στην κατά 6 αιώνες παλιότερη απεικόνιση του ποιητή στην αττική κύλικα του Βατικανού.
Aesopus moralisatus, 1485

Το έργο του Αισώπου

Ο μύθος, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Φαίδωνα, είναι ένας ψευδής λόγος που αφηγείται αληθοφανείς ιστορίες. Το είδος άνθησε ιδιαίτερα στην Ανατολή, στους Σουμερίους, τους Ακκαδίους, τους Βαβυλωνίους, τους Ασσυρίους και τους Χιττίτες και θεωρείται βέβαιο ότι ο Αίσωπος άντλησε μεγάλο μέρος από το υλικό του από ανατολικές συλλογές.12 Οι αισώπειοι μύθοι είναι μόνο μία από τις κατηγορίες αλληγορικών ιστοριών που κυκλοφορούσαν στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Γνωστοί είναι οι λιβυκοί μύθοι, που αποδίδονταν σε κάποιον Κύβισσο ή Κύβισση, οι συβαριτικοί μύθοι του Θούρι, οι κιλικικοί μύθοι του Κόννι και άλλοι, από την Ασσυρία, την Αίγυπτο και τη Φρυγία. Είναι πιθανό ότι οι υπάρχουσες συλλογές του αισώπειου corpus περιλαμβάνουν κάποια δείγματα από τις προηγούμενες κατηγορίες.

Η συλλογή των μύθων που κυκλοφορούσεκατά την Αρχαιότητα στο όνομα του Αισώπου λέγεται πως γράφτηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Σάρδεις και αφιερώθηκε στο βασιλιά Κροίσο. Από τις φιλολογικές μαρτυρίες συνάγεται ότι κυκλοφορούσε σε γραπτή μορφή ήδη κατά τον 5ο αι. π.Χ.13 Πρώιμες εκδοχές ορισμένων αισώπειων μύθων απαντούν στο έργο του Πλάτωνα (στον αμφισβητούμενο διάλογο Αλκιβιάδης) και κυρίως του Αριστοτέλη, ο οποίος μάλιστα διασώζει και ένα μύθο που χρησιμοποίησε ο Αίσωπος στο δικαστήριο υπερασπιζόμενος ένα Σάμιο πολιτικό, που δεν αποτελεί τμήμα του αισώπειου corpus. Ο Σωκράτης, κατά την παραμονή του στη φυλακή πριν από την εκτέλεσή του, προσάρμοζε τους αισώπειους μύθους σε ελεγειακούς στίχους.

Η αριστοτελική σχολή ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το μύθο, όπως δείχνει το γεγονός ότι ο Θεόφραστος μετέφρασε το βιβλίο του Ακιχάρου (Akichar στα ασσυριακά), το οποίο κατ’ ουσίαν αποτελεί τη βάση για τα επεισόδια της ζωής του Αισώπου στη βαβυλωνιακή αυλή.14 Ο γραμματικός Χαμαιλέων, άλλος μαθητής του Λυκείου, μελέτησε τα διάφορα είδη και τα κατέταξε γεωγραφικά, αναγνωρίζοντας και τους συγγραφείς τους. Η κύρια συλλογή των αισώπειων μύθων συντάχθηκε από τον αριστοτελικό Δημήτριο το Φαληρέα στην Αλεξάνδρεια, γύρω στο 300 π.Χ., υπό τον τίτλο Λόγων Αισωπείων Συναγωγαί. Το έργο αυτό διασώθηκε μόνο μέσα από τις έμμετρες διασκευές αποσπασμάτων του από το Ρωμαίο της Συρίας Βαβρία ή Βάβριο στα ελληνικά, το Φαίδρο και τον Αβιανό στα λατινικά, κατά τον 1ο αι. μ.Χ. Διασκευές σε πρόζα σώζονται από τη Μεσαιωνική περίοδο ή έχουν ενταχθεί σε έπη της εποχής.

Ο κυριότερος μελετητής του Αισώπου στον 20ό αιώνα, ο Αμερικανός Ben Edwin Parry, θεωρεί ότι είναι εφικτό να απομονωθούν ορισμένοι από τους μύθους που αποτέλεσαν την αρχική συλλογή του Δημητρίου του Φαληρέα. Οι μύθοι οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως «λόγοι» ανήκουν με σχετική βεβαιότητα στην περίοδο πριν από το Μεγάλο Αλέξανδρο, εποχή που εμφανίζεται η λέξη μύθος με την έννοια που έχει και σήμερα στην καθομιλουμένη. Ο Ηρόδοτος αποκαλεί τον Αίσωπο λογοποιό. Από τους πρώιμους μύθους με μεγαλύτερη βεβαιότητα έργα της αρχικής αισώπειας συλλογής φαίνεται πως είναι εκείνα που περιέχουν μυθολογικά στοιχεία. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, η υστερότερη εκδοχή αφαιρεί το μυθολογικό στοιχείο, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο μύθο της Χάρυβδης που καταπίνει τη θάλασσα στα Μετεωρολογικά του Αριστοτέλη, ο οποίος μετατρέπεται στο μύθο της γης που καταπίνει τη θάλασσα στην αισώπεια συλλογή υπό τη σημερινή μορφή της.

Οι μύθοι του Αισώπου είναι γνωστοί σήμερα από τέσσερις συλλογές των οποίων σώζονται αρκετά αντίγραφα σε χειρόγραφα. Κυριότερη έκδοση είναι η λεγόμενη Αυγούστεια, από χειρόγραφο του Μονάχου, με 231 μύθους, ενώ οι υπόλοιπες συλλογές και ο Βάβριος προσθέτουν άλλους 147. Μεγάλος αριθμός από άλλους μύθους έχει διασωθεί στο έργο ρητόρων και συγγραφέων της Αρχαιότητας, σε παπύρους άγνωστων συγγραφέων αλλά και σε έργα Βυζαντινών λογίων. Κάθε σύγχρονη έκδοση εντάσσει διαφορετικό αριθμό μύθων στο αισώπειο corpus, με επικρατέστερο τον αριθμό 358 της γαλλικής έκδοσης του Emile Chambry. Πολλοί από τους μύθους αυτούς είναι σίγουρα ψευδεπίγραφοι. Σύμφωνα με τον Parry, τουλάχιστον 250 από τους μύθους που συγκαταλέγονται στην έκδοση του Chambry δε σχετίζονται με τη συλλογή του Δημητρίου του Φαληρέα, που θα πρέπει να περιλάμβανε περίπου 100 μύθους, εκ των οποίων μάλιστα ορισμένοι δεν εντάχθηκαν καν στις υστερότερες αισώπειες συλλογές. Οι μύθοι που μαρτυρούν εξοικείωση με τα πλέον εξωτικά ζώα της Ασίας και της Αφρικής, λιοντάρια, καμήλες, κόμπρες, ή οι μύθοι που απηχούν ξενικά έθιμα πιθανόν να προέρχονται είτε από ασσυριακές είτε από λιβυκές, αιγυπτιακές και κιλικικές συλλογές.

Πέρα από το μυθοποιητικό του έργο, ο Αίσωπος ήταν γνωστός στην Αρχαιότητα και για τα γνωμικά και τις παροιμίες του, όπως το περίφημο «πυρ, γυνή και θάλασσα, δυνατά τρία» και «Φύσις Δευτέρα, συνήθεια».

Αποτίμηση του έργου του Αισώπου
Η επίδραση των μύθων του Αισώπου στον αρχαίο κόσμο υπήρξε τεράστια: στα συμπόσια αποτελούσαν τις αγαπημένες ιστορίες των συνδαιτυμόνων, ενώ είχαν μεγάλο ρόλο στην εκπαίδευση των παιδιών και των νέων. Ο Φιλόστρατος βάζει στο στόμα του Απολλωνίου έναν ύμνο στη σοφία του Αισώπου, ο οποίος αφιέρωσε το έργο του στη διαπαιδαγώγηση των συνανθρώπων του, παραβάλλοντας τον κατά κάποιον τρόπο με τον πλατωνικό Σωκράτη. Αυτή η θεώρηση σίγουρα δεν αντανακλάτην άποψη που επικρατούσε κατά τον 5ο αι. π.Χ.
The beautiful Rhodope, in love with Aesop; engraving by Bartolozzi, 1782, after Kauffman's original

Οι μύθοι του Αισώπου και ο βίος του στη Βυζαντινή και τη Νεότερη περίοδο

Τόσο η συλλογή μύθων που κυκλοφορούσε στο όνομα του Αισώπου όσο και ο μυθιστορηματικός βίος του γνώρισαν μεγάλη διάδοση στους Μέσους και Νεότερους χρόνους. Την αρχική εκδοχή του Βίου του Αισώπου και της παραλλαγής της ακολούθησε μια τρίτη παραλλαγή του 1300 περίπου, που αποδίδεται στον περίφημο Βυζαντινό λόγιο Μάξιμο Πλανούδη, και μια λατινική μετάφραση του 14ου αιώνα. Νεότεροι μελετητές έχουν ισχυριστεί ότι η διάδοση στη Δυτική Ευρώπη του βίου του Αισώπου κατά το 15ο αιώνα, μέσω των πρώτων λατινικών εκδόσεων, οδήγησε στη δημιουργία, αρχικά στην αναγεννησιακή Ισπανία, ενός ξεχωριστού λογοτεχνικού είδους (piqaresque) όπου ο πρωταγωνιστής είναι ένας αμόρφωτος και περιθωριακός αλλά ιδιαίτερα πονηρός και σοφός περιπλανώμενος ήρωας (picaro). Μάλιστα, ο καθηγητής Παπαδημητρίου διείδε στη μορφή του Αισώπου το αρχέτυπο του ήρωα που ενέπνευσε το λαϊκό θέατρο σκιών στη σύγχρονη Ελλάδα, τον Καραγκιόζη.

Η πρώτη έκδοση μέρους των μύθων στη Δυτική Ευρώπη ανάγεται στο 1479 από το λόγιο Ακκύρσιο (Accursius), την οποία ακολούθησαν αναρίθμητες άλλες. Το λογοτεχνικό είδος του μύθου γνώρισε μεγάλη άνθηση, λόγω των παραφράσεων του Αισώπου, αλλά κυρίως εξαιτίας του έργου του La Fontaine, του οποίου οι μύθοι, βασισμένοι στο αισώπειο μοντέλο, άσκησαν μεγάλη επίδραση. Ακόμη και σήμερα το είδος του διδακτικού μύθου αποτελεί ένα εκπαιδευτικό εργαλείο. Στα ελληνικά πρώτος ο Αδαμάντιος Κοραής συνέλεξε αισώπειο υλικό και το δημοσίευσε το 1787 στο Παρίσι.

Έκδοση των μύθων
Επιλογή μύθων του Αισώπου σε πεζό λόγο εξέδωσε ο Δημήτριος ο Φαληρεύς στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. Η συλλογή αυτή δε σώζεται και μόνο ποιητικές επεξεργασίες του Βαβρίου στα ελληνικά, του Φαίδρου στα λατινικά κι άλλων, διέσωσαν το υλικό της επιτομής εκείνης. Όλες οι σωζόμενες σήμερα συλλογές είναι πολύ μεταγενέστερες και προέρχονται από τον 1ο ή 2ο αιώνα κι έπειτα. Οι μύθοι του έχουν συγκεντρωθεί σε «Συλλογή Αισώπειων Μύθων».
Πρώτη φορά εκτυπώθηκαν στο Μιλάνο το 1479 μ.Χ., στην Βενετία το 1525 και 1543 από την οικογένεια τυπογράφων Damiano di Santa Maria ενώ ακολούθησε μία έκδοση στο Παρίσι το 1547. Ο Κοραής τους τύπωσε το 1810 στο Παρίσι κι ακολούθησε κριτική έκδοση το 1852 στη Λειψία από τον Χαλμ. Έκτοτε πολλές εκδόσεις παρουσιάστηκαν κι οι Μύθοι πιστεύεται πως έχουν διαβαστεί παγκοσμίως σχεδόν όσο κι η Βίβλος. Η πιο πρόσφατη έκδοση τους έγινε από τον βρετανικό εκδοτικό οίκο Penguin (1997) σε 50.000 αντίτυπα. Η απόδοση τους στη νέα ελληνική γλώσσα έγινε από τους Ανδρόνικο Νούκιο και Γεώργιο Αιτωλό, που έζησαν τον 16ο αιώνα.
Υπό το όνομα του Αισώπου υπάρχει ένα επίγραμμα στην Παλατινή Ανθολογία (Χ 123).



Source/Photography/Bibliography

Πλουτάρχου, Των Επτά Σοφών Συμπόσιον
Ηροδότου Ιστορίαι, Βιβλίο Β', 134
Αριστοφάνη Σφήκες, στ. 1446-8
Nagy, G., The Best of the Achaeans: Concepts of the Hero in Archaic Greek Poetry (Baltimore – London 1979), σελ. 259.
Μύθοι στο έργο ποιητών του 7ου και του 6ου αι. π.Χ.: Lasserre, F., “Le fable en Grèce dans la poésie archaïque”, στο Adrados, F.R. (επιμ.), Le Fable, Fondation Hardt. Entretiens sur l’Antiquité Classique 30 (Vandeouvres – Genève 1983), σελ. 61-96.
Κριτική έκδοση των διάφορων χειρογράφων και παραλλαγών του Βίου του Αισώπου, καθώς και όλων των πηγών που συνδέονται με το μυθοποιό: Perry, B.E., Aesopica. A Series of Texts relating to Aesop or ascribed to him or closely connected with the literary tradition that bears his name I: Greek and Latin Texts (Urbana 1952).
Ο ρόλος αυτός του μύθου είναι καλύτερα διαπιστωμένος στο έργο του Αρχιλόχου και στους μύθους που αφηγείται ο Αίσωπος στο Βίο του. Για τη διαδικασία επινόησης του μύθου βλ. Meuli, K., “Herkunf und Wesen der Gabel”, στο Meuli, K. (επιμ.), Gesammelte Schriften II (Basel 1975), σελ. 731-756.
Για τους διάφορους πιθανούς ιδιοκτήτες του Αισώπου βλ. Σούδ., βλ. λ. «Αίσωπος».
Χρονολόγηση του επεισοδίου: Χρονικό του Ευσεβίου (αρμενική εκδοχή), ΙΙ, 94. Πάριο Χρονικό, IG XIV 1297, στήλη ΙΙ, 15-18.
Ο φαρμακός στην αρχαιότητα ήταν μια ανθρώπινη εκδοχή του αποδιοπομπαίου τράγου. Στην Αθήνα φαρμακοί ονομάζονταν οι δυο άντρες που την πρώτη μέρα των Θαργηλείων (γιορτής του Απόλλωνα) οδηγούνταν συμβολικά σε εξαγνιστική θυσία. Η θυσία αυτή σε πολύ πρώιμους χρόνους ήταν μάλλον πραγματική.
Αττική κύλικα του Μουσείου του Βατικανού αποδιδόμενη στο Ζωγράφο της Μπολόνιας 417: Garland, R., The Eye of the Beholder: Deformity and Disability in the Graeco-Roman World (Ithaca – London 1995), εικ. 32.
Πρβλ. Richter, G.E.M., The Portraits of the Greeks I (London 1965), σελ. 72-73, εικ. 265.
Φιλόστρ., Εικ. 1.3.
Ο μύθος στην Ανατολή: Lambert, W.G., Babylonian Wisdom Literature (Oxford 1960). Falkowitz, R.S., “Discrimination and Condensation of Sacred Categories: The Fable in Early Mesopotamian Literature”, στο Adrados, F.R. (επιμ.), Le Fable, Fondation Hardt. Entretiens sur l’Antiquité Classique 30 (Vandeouvres – Genève 1983), σελ. 1-23.
Nøjgaard, M., La fable antique I (København 1964), σελ. 474. Αντίθετη άποψη εκφράζει ο Perry, B.E., Aesopica. A Series of Texts relating to Aesop or ascribed to him or closely connected with the literary tradition that bears his name I: Greek and Latin Texts (Urbana 1952), σελ. 5.
Το βιβλίο του Ακιχάρου είναι σήμερα γνωστό από συριακές, αραβικές, αρμενικές και σλαβονικές εκδοχές. Βλ. γενικά Dupont-Sommer, A., Les Araméens (Paris 1949). Oettinger, N., “Achikars Weisheitssprüche in Micht älterer Fabeldichtung”, στο Holzberg, N. (επιμ.), Der Äsop-Roman. Motivgesichte und Erzählstruktur (Tübingen 1992), σελ. 3-22.
Papadimitriou, J.-Th., Aesop as an Archetypal Hero (Studies and Research 39, Hellenic Society for Humanistic Studies, Athens 1997).
Wiechers, A., “Aesop in Delphi”, Beiträge zur Klassischer Philologie 2 (1960).
Adrado, Francisco Rodriguez, 1999-2003. History of the Graeco-Latin Fable (three volumes). Leiden/Boston: Brill Academic Publishers.
Anthony, Mayvis, 2006. The Legendary Life and Fables of Aesop.
Cancik, Hubert, et al., 2002. Brill's New Pauly: Encyclopaedia of the Ancient World. Leiden/Boston: Brill Academic Publishers.
Cohen, Beth (editor), 2000. Not the Classical Ideal: Athens and the Construction of the Other in Greek Art. Leiden/Boston: Brill Academic Publishers. Includes "Aesop, Between Man and Beast: Ancient Portraits and Illustrations" by François Lissarrague.
Anonymous, 1780. The History and Amours of Rhodope. London: Printed for E.M Diemer.
Caxton, William, 1484. The history and fables of Aesop, Westminster. Modern reprint edited by Robert T. Lenaghan (Harvard University Press: Cambridge, 1967). Includes Caxton's Epilogue to the Fables, dated March 26, 1484.
Compton, Todd, 1990. "The Trial of the Satirist: Poetic Vitae (Aesop, Archilochus, Homer) as Background for Plato's Apology", The American Journal of Philology, Vol. 111, No. 3 (Autumn, 1990), pp. 330–347. Baltimore: The Johns Hopkins University Press.
http://asiaminor.ehw.gr
Daly, Lloyd W., 1961. Aesop without Morals: The Famous Fables, and a Life of Aesop, Newly Translated and Edited. New York and London: Thomas Yoseloff. Includes Daly's translation of The Aesop Romance.
Gibbs, Laura. "Life of Aesop: The Wise Fool and the Philosopher", Journey to the Sea (online journal), issue 9, March 1, 2009.
Sluiter, Ineke and Rosen, Ralph M. (editors), 2008. Kakos: Badness and Anti-value in Classical Antiquity. Mnemosyne: Supplements. History and Archaeology of Classical Antiquity; 307. Leiden/Boston: Brill Academic Publishers. Includes "Ugliness and Value in the Life of Aesop" by Jeremy B. Lefkowitz.
Dougherty, Carol and Leslie Kurke (editors), 2003. The Cultures Within Ancient Greek Culture: Contact, Conflict, Collaboration. Cambridge University Press. Includes "Aesop and the Contestation of Delphic Authority" by Leslie Kurke.
Driberg, J.H., 1932. "Aesop", The Spectator, vol. 148 #5425, June 18, 1932, pp. 857–8.
Hansen, William (editor), 1998. Anthology of Ancient Greek Popular Literature. Bloomington: Indiana University Press. Includes The Aesop Romance (The Book of Xanthus the Philosopher and Aesop His Slave or The Career of Aesop), translated by Lloyd W. Daly.
Hägg, Tomas, 2004. Parthenope: Selected Studies in Ancient Greek Fiction (1969-2004). Copenhagen: Museum Tusculanum Press. Includes Hägg's "A Professor and his Slave: Conventions and Values in The Life of Aesop", first published in 1997.
Hansen, William, 2004. Review of Vita Aesopi: Ueberlieferung, Sprach und Edition einer fruehbyzantinischen Fassung des Aesopromans by Grammatiki A. Karla. Bryn Mawr Classical Review 2004.09.39.
Holzberg, Niklas, 2002. The Ancient Fable: An Introduction, translated by Christine Jackson-Holzberg. Bloomington & Indianapolis: Indiana University press.
Keller, John E., and Keating, L. Clark, 1993. Aesop's Fables, with a Life of Aesop. Lexington: University of Kentucky Press. English translation of the first Spanish edition of Aesop from 1489, La vida del Ysopet con sus fabulas historiadas including original woodcut illustrations; the Life of Aesop is a version from Planudes.
Kurke, Leslie, 2010. Aesopic Conversations: Popular Tradition, Cultural Dialogue, and the Invention of Greek Prose. Princeton University Press.
Leake, William Martin, 1856. Numismata Hellenica: A Catalogue of Greek Coins. London: John Murray.
Loveridge, Mark, 1998. A History of Augustan Fable. Cambridge University Press.
Lobban, Richard A., Jr., 2002. "Was Aesop a Nubian Kummaji (Folkteller)?", Northeast African Studies, 9:1 (2002), pp. 11–31.
Lobban, Richard A., Jr., 2004. Historical Dictionary of Ancient and Medieval Nubia. Lanham, Maryland: Scarecrow Press.
Panofka, Theodor, 1849. Antikenkranz zum fünften Berliner Winckelmannsfest: Delphi und Melaine. Berlin: J. Guttentag.
Papademetriou, J. Th., 1997. Aesop as an Archetypal Hero. Studies and Research 39. Athens: Hellenic Society for Humanistic Studies.
Penella, Robert J., 2007. Man and the Word: The Orations of Himerius." Berkeley: University of California Press.
Perry, Ben Edwin (translator), 1965. Babrius and Phaedrus. Cambridge: Harvard University Press.
Philipott, Tho. (translator), 1687. Aesop's Fables with His Life: in English, French and Latin. London: printed for H. Hills jun. for Francis Barlow. Includes Philipott's English translation of Planudes' Life of Aesop with illustrations by Francis Barlow.
Reardon, B.P. (editor), 1989. Collected Ancient Greek Novels. Berkeley: University of California Press. Includes An Ethiopian Story by Heliodorus, translated by J.R. Morgan, and A True Story by Lucian, translated by B.P. Reardon.
Snowden, Jr., Frank M., 1970. Blacks in Antiquity: Ethiopians in the Greco-Roman Experience. Cambridge: Harvard University Press.
Temple, Robert and Olivia (translators), 1998. Aesop: The Complete Fables. New York: Penguin Books.
van Dijk, Gert-Jan, 1997. Ainoi, Logoi, Mythoi: Fables in Archaic, Classical, and Hellenistic Greek. Leiden/Boston: Brill Academic Publishers.
West, M.L., 1984. "The Ascription of Fables to Aesop in Archaic and Classical Greece", La Fable (Vandœuvres–Genève: Fondation Hardt, Entretiens XXX), pp. 105–36.
Wilson, Nigel, 2006. Encyclopedia of Ancient Greece. New York: Routledge.
Zanker, Paul, 1995. The Mask of Socrates: The Image of the Intellectual in Antiquity. Berkeley: University of California Press.

Αισώπου Μύθοι

Αρχαία Ελληνική Βιβλιογραφία | Πρόσωπα | Αίσωπος | Έργα του Αισώπου

Αἰσώπου Μῦθοι

Κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Émile Chambry
Aesopi fabulae, 2 vol., Paris, Les Belles Lettres, 1925-1926

Αἴσωπος

Πρωταγωνιστές στους μύθους του Αισώπου είναι, κατά το πλείστον, ορισμένα ζώα, όπως η αλεπού, ο λύκος, το λιοντάρι, το ελάφι κ.ά. Κυρίως είναι διάλογοι μεταξύ ζώων που μιλούν κι ενεργούν σαν άνθρωποι, ενώ υπάρχουν και μερικοί με ανθρώπους ή θεούς. Πρόκειται για μικρά οικιακά αφηγήματα, διατυπωμένα με μεγάλη συντομία. Ο χαρακτήρας τους είναι ηθικοδιδακτικός, συμβολικός κι αλληγορικός. Οι Μύθοι αυτοί έχουν ιδιαίτερη χάρη, θαυμαστή απλότητα κι άφταστη διδακτικότητα. Είναι παρμένοι από τη καθημερινή ζωή και τη φύση. Είχε τη μοναδική ικανότητα να δίνει στα ζώα ανθρώπινες ιδιότητες, ψυχή και λαλιά, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείς ότι οι μύθοι του ήταν κάποτε η πραγματικότητα και όλα αυτά που διηγείται έχουν συμβεί. Βασικό χαρακτηριστικό των διηγήσεών του ήταν το επιμύθιο το οποίο ήταν εύληπτο για τα παιδιά και το λαό.
Οι Αισώπειοι Μύθοι γράφτηκαν σε πεζό λόγο. Ως γνωστό, μέχρι τότε, μόνον ο έμμετρος λόγος, η ποίηση, θεωρούνταν το μοναδικό εκφραστικό είδος για τους συγγραφείς. Συνεπώς μπορεί να θεωρηθεί κι ως πρωτοπόρος στο είδος του. Ιδεολογία τους είναι η αποδοκιμασία του κακού στις πιο αντιπροσωπευτικές μορφές του: της βίας, της απάτης, της αυθαιρεσίας, της προδοσίας, της ματαιοδοξίας, της αλαζονείας, της ψευδολογίας, της πλεονεξίας, της πονηριάς. Η αποδοκιμασία επιχειρείται άλλοτε με αναφορά στη Θεία δίκη, άλλοτε με πειστικές υποδείξεις, πιο συχνά όμως με τη διαπίστωση του παραλογισμού του κακού, με τη γελοιοποίηση του καθώς και με τη φιλοσοφική ενατένιση της ζωής.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Αίσωπος ήταν πολύ γνωστός «λογοποιός» . Εκτός από τους μύθους γνώριζε και διηγούνταν πολλά αστεία κι ανέκδοτα. 'Άλλοι υποστηρίζουν ότι δε δημιούργησε μύθους αλλά τους συγκέντρωσε, τους συμπλήρωσε και τους τελειοποίησε. Αυτοί προέρχονταν είτε από τους αρχαιότερους Έλληνες είτε από άλλους λαούς, όπως οι Φρύγες. Δεν αποκλείεται βέβαια να επινόησε κι ο ίδιος μερικούς απ' αυτούς. Πάντως, τους χρησιμοποίησε πολύ στη ζωή του, με τόση δεξιότητα κι επιτυχία, ώστε να συνδεθεί τελικά το όνομά του μ' αυτούς.
Λέγεται πως διηγόταν τους μύθους του αυτούς όχι μόνο στη διάρκεια της ζωής του αλλά και με σκοπό να υποστηρίξει την αθωότητά του στο δικαστήριο. Μέσα τους διακρίνεται το ευρύ, παρατηρητικό του πνεύμα κι η ικανότητά του να διδάσκει με μικρές, απλές ιστορίες, που πάντα έχουν στο τέλος κάποιο ηθικό δίδαγμα. Συνήθιζε με την παρατηρητικότητα και τη βαθιά σοφία του να πλάθει τέτοιες ιστορίες και να τις λέει γύρω του. Με τον καιρό απέκτησε μεγάλη φήμη κι όλοι έτρεχαν κοντά του για να ακούσουν κάποιο μύθο του σχετικά με κάποιο πρόβλημα τους. Σιγά σιγά οι μύθοι του άρχισαν να μεταδίδονται από στόμα σε στόμα μεταξύ των ανθρώπων, μέχρι την ελληνιστική εποχή οπότε συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά.

Ἐκδόσεις καὶ εὑρετήρια μύθων στα Ελληνικά : Chambry, Babrius, Syntipas, Aphthonius, Syntipas μὲ μετάφραση



Α' – Ἀγαθὰ καὶ κακά
Β' – Ἀγαλματοπώλης
Γ' – Ἀετὸς καὶ ἀλώπηξ
Δ' – Ἀετὸς καὶ κάνθαρος
Ε' – Ἀετὸς καὶ κολοιὸς καὶ ποιμήν
ΣΤ' – Ἀετὸς τὰ πτερὰ τιλθείς καὶ ἀλώπηξ
Ζ' – Ἀετὸς τοξευθείς
Η' – Ἀηδὼν καὶ ἱέραξ
Θ' – Ἀηδὼν καὶ χελιδών
Ι' – Ἀθηναῖος χρεωφειλέτης
ΙΑ' – Αἰθίοψ
ΙΒ' – Αἴλουρος καὶ ἀλεκτρυών
ΙΓ' – Αἴλουρος καὶ μύες
ΙΔ' – Αἴλουρος καὶ ὄρνιθες
ΙΕ' – Αἴξ καὶ αἰγοβοσκός
ΙΣΤ' – Αἶξ καὶ ὄνος
ΙΖ' – Αἰπόλος καὶ αἶγες ἄγριαι
ΙΗ' – Αἰσχρὰ δούλη καὶ Ἀφροδίτη
ΙΘ' – Αἴσωπος ἐν ναυπηγίῳ
Κ' – Ἀλέκτορες δύο καὶ ἀετός
ΚΑ' – Ἀλεκτρυόνες καὶ πέρδιξ
ΚΒ' – Ἁλιεῖς καὶ θύννος
ΚΓ' – Ἁλιεῖς λίθον ἀγρεύσαντες
ΚΔ' – Ἁλιεὺς αὐλῶν
ΚΕ' – Ἁλιεὺς καὶ ἰχθύες μεγάλοι καὶ βραχεῖς
ΚΣΤ' – Ἁλιεὺς καὶ σμαρίς
ΚΖ' – Ἁλιεὺς ὕδωρ τύπτων
ΚΗ' – Ἁλκύων
ΚΘ' – Ἀλώπεκες ἐπὶ τῷ Μαιάνδρῳ
Λ' – Ἀλώπηξ ἐξογκωθεῖσα τὴν γαστέρα
ΛΑ' – Ἀλώπηξ καὶ βάτος
ΛΒ' – Ἀλώπηξ καὶ βότρυς
ΛΓ' – Ἀλώπηξ καὶ δράκων
ΛΔ' – Ἀλώπηξ καὶ δρυτόμος
ΛΕ' – Ἀλώπηξ καὶ κροκόδειλος
ΛΣΤ' – Ἀλώπηξ καὶ κύων
ΛΖ' – Ἀλώπηξ καὶ πάρδαλις
ΛΗ' – Ἀλώπηξ καὶ πίθηκος βασιλεὺς αἱρεθείς
ΛΘ' – Ἀλώπηξ καὶ πίθηκος περὶ εὐγενείας ἐρίζοντες
Μ' – Ἀλώπηξ καὶ τράγος
ΜΑ' – Ἀλώπηξ κόλουρος
ΜΒ' – Ἀλώπηξ μηδέποτε θεασαμένη λέοντα
ΜΓ' – Ἀλώπηξ πρὸς μορμολύκειον
ΜΔ' – Ἄνδρες δύο περὶ θεῶν ἐρίζοντες
ΜΕ' – Ἀνδροφόνος
ΜΣΤ' – Ἀνὴρ ἀδύνατα ἐπαγγελλόμενος
ΜΖ' – Ἀνὴρ δειλὸς καὶ κόρακες
ΜΗ' – Ἀνὴρ δηχθεὶς ὑπὸ μύρμηκος καὶ Ἑρμῆς
ΜΘ' – Ἀνὴρ καὶ γυνὴ ἀργαλέα
Ν' – Ἀνὴρ κακοπράγμων
ΝΑ' – Ἀνὴρ ἔχιν ἀνελόμενος
ΝΒ' – Ἀνὴρ μεσοπόλιος καὶ ἑταῖραι
ΝΓ' – Ἀνὴρ ναυαγός
ΝΔ' – Ἀνὴρ πηρός
ΝΕ' – Ἀνὴρ φέναξ
ΝΣΤ' – Ἀνθρακεὺς καὶ γναφεύς
ΝΖ' – Ἄνθρωποι καὶ Ζεὺς
ΝΗ' – Ἄνθρωπος καὶ ἀλώπηξ
ΝΘ' – Ἄνθρωπος καὶ λέων συνοδεύοντες
Ξ' – Ἄνθρωπος καὶ σάτυρος
ΞΑ' – Ἄνθρωπος καταθραύσας ἄγαλμα
ΞΒ' – Ἄνθρωπος λέοντα χρυσοῦν εὑρών
ΞΓ' – Ἄρκτος καὶ ἀλώπηξ
ΞΔ' – Ἀρότης καὶ λύκος
ΞΕ' – Ἀστρολόγος

ΞΣΤ' – Βάτραχοι αἰτοῦντες βασιλέα
ΞΖ' – Βάτραχοι γείτονες
ΞΗ' – Βάτραχοι ἐν λίμνῃ
ΞΘ' – Βάτραχος ἰατρός καὶ ἀλώπηξ
Ο' – Βόες καὶ ἄξων
ΟΑ' – Βόες τρεῖς καὶ λέων
ΟΒ' – Βοηλάτης καὶ Ἡρακλῆς
ΟΓ' – Βουκόλος καὶ λέων
ΟΔ' – Βορέας καὶ Ἥλιος
ΟΕ' – Βωταλὶς καὶ νυκτερίς
ΟΣΤ' – Γαλῆ καὶ Ἀφροδίτη
ΟΖ' – Γαλῆ καὶ ῥίνη
ΟΗ' – Γέρων καὶ θάνατος
ΟΘ' – Γεωργὸς καὶ ἀετός
Π' – Γεωργὸς καὶ κύνες
ΠΑ' – Γεωργὸς καὶ ὄφις τὸν παῖδα αὐτοῦ ἀποκτείνας
ΠΒ' – Γεωργὸς καὶ ὄφις ὑπὸ κρύους πεπηγώς
ΠΓ' – Γεωργὸς καὶ παῖδες αὐτοῦ
ΠΔ' – Γεωργὸς καὶ τύχη
ΠΕ' – Γεωργὸς καὶ φυτόν
ΠΣΤ' – Γεωργοῦ παῖδες στασιάζοντες
ΠΖ' – Γραῦς καὶ ἰατρός
ΠΗ' – Γυνὴ καὶ ἀνὴρ μέθυσος
ΠΘ' Γυνὴ καὶ θεράπαιναι
Ϟ' – Γυνὴ καὶ ὄρνις
ϞΑ' – Γυνὴ μάγος
ϞΒ' – Δάμαλις καὶ βοῦς
ϞΓ' – Δειλὸς κυνηγὸς καὶ δρυτόμος
ϞΔ' – Δέλφαξ καὶ πρόβατα
ϞΕ' – Δελφῖνες καὶ φάλαιναι καὶ κωβιός
ϞΣΤ –  Δημάδης ὁ ῥήτωρ
ϞΖ' – Διογένης καὶ φαλακρός
ϞΗ' – Διογένης ὁδοιπορῶν
ϞΘ' – Δρύες καὶ Ζεὺς
Ρ' – Δρυτόμοι καὶ πεύκη
ΡΑ' – Ἐλάτη καὶ βάτος
ΡΒ' – Ἔλαφος ἐπὶ νάματος καὶ λέων
ΡΓ' – Ἔλαφος καὶ ἄμπελος
ΡΔ' – Ἔλαφος καὶ λέων ἐν σπηλαίῳ
ΡΕ' – Ἔλαφος πηρωθεῖσα
ΡΣΤ' – Ἔριφος ἐπὶ δώματος ἑστὼς καὶ λύκος
ΡΖ' – Ἔριφος καὶ λύκος αὐλῶν
ΡΗ' – Ἑρμῆς καὶ ἀγαλματοποιός
ΡΘ' – Ἑρμῆς καὶ γῆ
ΡΙ' – Ἑρμῆς καὶ Τειρεσίας
ΡΙΑ – Ἑρμῆς καὶ τεχνῖται
ΡΙΒ' – Ἑρμοῦ ἅμαξα καὶ Ἄραβες
ΡΙΓ' – Εὔνουχος καὶ ἱερεύς
ΡΙΔ' – Ἐχθροὶ δύο
ΡΙΕ' – Ἔχις καὶ ἀλώπηξ
ΡΙΣΤ' – Ἔχις καὶ ῥίνη
ΡΙΖ' – Ἔχις καὶ ὕδρος
ΡΙΗ' – Ζεὺς καὶ αἰσχύνη
ΡΙΘ' – Ζεὺς καὶ ἀλώπηξ
ΡΚ' – Ζεὺς καὶ ἄνθρωποι
ΡΚΑ' – Ζεὺς καὶ Ἀπόλλων
ΡΚΒ' – Ζεὺς καὶ ὄφις
ΡΚΓ' – Ζεὺς καὶ πίθος ἀγαθῶν
ΡΚΔ' – Ζεὺς καὶ Προμηθεὺς καὶ Ἀθηνᾶ καὶ Μῶμος
ΡΚΕ' – Ζεὺς καὶ χελώνη
ΡΚΣΤ' – Ζεὺς κριτής
ΡΚΖ' – Ἥλιος καὶ βάτραχοι
ΡΚΗ' – Ἡμίονος
ΡΚΘ' – Ἡρακλῆς καὶ Ἀθηνᾶ
ΡΛ' – Ἡρακλῆς καὶ Πλοῦτος
ΡΛΑ' – Ἥρως
ΡΛΒ' – Θύννος καὶ δελφίς
ΡΛΓ' – Ἰατρὸς ἄτεχνος
ΡΛΔ' – Ἰατρὸς καὶ νοσῶν
ΡΛΕ' – Ἰκτῖνος καὶ ὄφις
ΡΛΣΤ' – Ἰκτῖνος χρεμετίζων
ΡΛΖ' – Ἰξευτὴς καὶ ἀσπίς
ΡΛΗ' – Ἴππος γέρων
ΡΛΘ' – Ἴππος καὶ βοῦς καὶ κύων καὶ ἄνθρωπος
ΡΜ' – Ἴππος καὶ ἱπποκόμος
ΡΜΑ' – Ἴππος καὶ ὄνος
ΡΜΒ' – Ἴππος καὶ στρατιώτης
ΡΜΓ' – Κάλαμος καὶ ἐλαία
ΡΜΔ' – Κάμηλος ἀφοδεύσασα ἐν ποταμῷ
ΡΜΕ' – Κάμηλος καὶ ἐλέφας καὶ πίθηκος
ΡΜΣΤ' – Κάμηλος καὶ Ζεύς
ΡΜΖ' – Κάμηλος ὀρχουμένη
ΡΜΗ' – Κάμηλος τὸ πρῶτον ὀφθείς
ΡΜΘ' – Κάνθαροι δύο
ΡΝ' – Καρκίνος καὶ ἀλώπηξ
ΡΝΑ' – Καρκίνος καὶ μήτηρ
ΡΝΒ' – Καρύα
ΡΝΓ' – Κάστωρ
ΡΝΔ' – Κηπουρὸς ἀρδεύων λάχανα
ΡΝΕ' – Κηπουρὸς καὶ κύων
ΡΝΣΤ' – Κιθαρῳδός
ΡΝΖ' – Κίχλα
ΡΝΗ' – Κλέπται καὶ ἀλεκτρυών
ΡΝΘ' – Κοιλία καὶ πόδες
ΡΞ' – Κολοιὸς καὶ ἀλώπηξ
ΡΞΑ' – Κολοιὸς καὶ κόρακες
ΡΞΒ' – Κολοιὸς καὶ ὄρνεα
ΡΞΓ' – Κολοιὸς καὶ περιστεραί
ΡΞΔ' – Κολοιὸς φυγάς
ΡΞΕ' – Κόραξ καὶ ἀλώπηξ
ΡΞΣΤ' – Κόραξ καὶ Ἑρμῆς
ΡΞΖ' – Κόραξ καὶ ὄφις
ΡΞΗ' – Κόραξ νοσῶν
ΡΞΘ' – Κορυδαλός
ΡΟ' – Κορώνη καὶ κόραξ
ΡΟΑ' – Κορώνη καὶ κύων
ΡΟΒ' – Κοχλίαι
ΡΟΓ' – Κύκνος ἀντὶ χηνὸς ἀπαχθείς
ΡΟΔ' – Κύκνος καὶ δεσπότης
ΡΟΕ' – Κύνες δύο
ΡΟΣΤ' – Κύνες λιμώττουσαι
ΡΟΖ' – Κυνόδηκτος
ΡΟΗ' – Κύων ἑστιώμενος
ΡΟΘ' – Κύων θηρευτικὸς καὶ κύνες
ΡΠ' – Κύων καὶ ἀλεκτρυὼν καὶ ἀλώπηξ
ΡΠΑ' – Κύων καὶ κόχλος
ΡΠΒ' – Κύων καὶ λαγωός
ΡΠΓ' – Κύων καὶ μάγειρος
ΡΠΔ' – Κύων κοιμώμενος καὶ λύκος
ΡΠΕ' – Κύων κρέας φέρουσα
ΡΠΣΤ' – Κύων κωδωνοφορῶν
ΡΠΖ' – Κύων λέοντα διώκων καὶ ἀλώπηξ
ΡΠΗ' – Κώνωψ καὶ λέων
ΡΠΘ' – Κώνωψ καὶ ταῦρος

Ρϟ' – Λαγωοὶ καὶ ἀλώπεκες
ΡϟΑ' – Λαγωοὶ καὶ βάτραχοι
ΡϟΒ' – Λαγωὸς καὶ ἀλώπηξ
ΡϟΓ' – Λάρος καὶ ἰκτῖνος
ΡϟΔ' – Λέαινα καὶ ἀλώπηξ
ΡϟΕ' – Λέοντος βασιλεία
ΡϟΣΤ' – Λέων γηράσας καὶ ἀλώπηξ
ΡϟΖ' – Λέων ἐγκλεισθεὶς καὶ γεωργός
ΡϟΗ' – Λέων ἐρασθεὶς καὶ γεωργός
ΡϟΘ' – Λέων καὶ ἀλώπηξ καὶ ἔλαφος
Σ' – Λέων καὶ ἄρκτος καὶ ἀλώπηξ
ΣΑ' – Λέων καὶ βάτραχος
ΣΒ' – Λέων καὶ δελφίς
ΣΓ' – Λέων καὶ κάπρος
ΣΔ' – Λέων καὶ λαγωός
ΣΕ' – Λέων καὶ λύκος καὶ ἀλώπηξ
ΣΣΤ' – Λέων καὶ μῦς ἀντευεργέτης
ΣΖ' – Λέων καὶ ὄναγρος
ΣΗ' – Λέων καὶ ὄνος ὅμου θηρεύοντες
ΣΘ' – Λέων καὶ ὄνος καὶ ἄλωπηξ
ΣΙ' – Λέων καὶ Προμηθεὺς καὶ ἐλέφας
ΣΙΑ' – Λέων καὶ ταῦρος
ΣΙΒ' – Λέων λυσσῶν καὶ ἔλαφος
ΣΙΓ' – Λέων μῦν φοβηθεὶς καὶ ἀλώπηξ
ΣΙΔ' – Λῃστὴς καὶ συκάμινος
ΣΙΕ' – Λύκοι καὶ κύνες ἀλλήλοις πολεμοῦντες
ΣΙΣΤ' – Λύκοι καὶ κύνες πρὸς αὐτοὺς καταλλαγέντες
ΣΙΖ' – Λύκοι καὶ πρόβατα
ΣΙΗ' – Λύκοι καὶ πρόβατα καὶ κριός
ΣΙΘ' – Λύκος διὰ τὴν ἑαυτοῦ σκιὰν γαυρωθεὶς καὶ λέων
ΣΚ' – Λύκος καὶ αἴξ
ΣΚΑ' – Λύκος καὶ ἀρήν
ΣΚΒ' – Λύκος καὶ ἀρνίον εἰς ἱερὸν καταφυγόν
ΣΚΓ' – Λύκος καὶ γραῦς
ΣΚΔ' – Λύκος καὶ ἐρωδιός
ΣΚΕ' – Λύκος καὶ ἵππος
ΣΚΣΤ' – Λύκος καὶ κύων
ΣΚΖ' – Λύκος καὶ λέων
ΣΚΗ' – Λύκος καὶ ὄνος
ΣΚΘ' – Λύκος καὶ ποιμήν
ΣΛ' – Λύκος κεκορεσμένος καὶ πρόβατον
ΣΛΑ' – Λύκος τετρωμένος καὶ πρόβατον
ΣΛΒ' – Λύχνος
ΣΛΓ' – Μάντις
ΣΛΔ' – Μέλισσαι καὶ Ζεύς
ΣΛΕ' – Μελισσουργός
ΣΛΣΤ' – Μηναγύρται
ΣΛΖ' – Μύες καὶ γαλαῖ
ΣΛΗ' – Μυῖα
ΣΛΘ' – Μυῖαι
ΣΜ' – Μύρμηξ
ΣΜΑ' – Μύρμηξ καὶ κάνθαρος
ΣΜΒ' – Μύρμηξ καὶ περιστερά
ΣΜΓ' – Μῦς ἀρουραῖος καὶ μῦς ἀστικός
ΣΜΔ' – Μῦς καὶ βάτραχος
ΣΜΕ' – Ναυαγὸς καὶ θάλασσα
ΣΜΣΤ' – Νεανίσκοι καὶ μάγειρος
ΣΜΖ' – Νεβρὸς καὶ ἔλαφος
ΣΜΗ' – Νέος ἄσωτος καὶ χελιδών
ΣΜΘ' – Νοσῶν καὶ ἰατρός
ΣΝ' – Νυκτερὶς καὶ βάτος καὶ αἴθυια
ΣΝΑ' – Νυκτερὶς καὶ γαλαῖ
ΣΝΒ' – Ξύλα καὶ ἐλαία
ΣΝΓ' – Ξυλευόμενος καὶ Ἑρμῆς
ΣΝΔ' – Ὁδοιπόροι καὶ ἄρκτος
ΣΝΕ' – Ὁδοιπόροι καὶ κόραξ
ΣΝΣΤ' – Ὁδοιπόροι καὶ πέλεκυς
ΣΝΖ' – Ὁδοιπόροι καὶ πλάτανος
ΣΝΗ' – Ὁδοιπόροι καὶ φρύγανα
ΣΝΘ' – Ὁδοιπόρος καὶ Ἀλήθεια
ΣΞ' – Ὁδοιπόρος καὶ Ἑρμῆς
ΣΞΑ' – Παῖς καὶ Τύχη
ΣΞΒ' – Ὄνοι πρὸς τὸν Δία
ΣΞΓ' – Ὄνον ἀγοράζων
ΣΞΔ' – Ὄνος ἄγριος καὶ ὄνος ἥμερος
ΣΞΕ' – Ὄνος ἅλας βαστάζων
ΣΞΣΤ' – Ὄνος βαστάζων ἄγαλμα
ΣΞΖ' – Ὄνος ἐνδυσάμενος λεοντῆν καὶ ἀλώπηξ
ΣΞΗ' – Ὄνος ἵππον μακαρίζων
ΣΞΘ' – Ὄνος καὶ ἀλεκτρυὼν καὶ λέων
ΣΟ' – Ὄνος καὶ ἀλώπηξ καὶ λέων
ΣΟΑ' – Ὄνος καὶ βάτραχοι
ΣΟΒ' – Ὄνος καὶ ἡμίονος ἐξ ἴσου ἐμπεφορτισμένοι
ΣΟΓ' – Ὄνος καὶ κηπουρός
ΣΟΔ' – Ὄνος καὶ κόραξ καὶ λύκος
ΣΟΕ' – Ὄνος καὶ κύων
ΣΟΣΤ' – Όνος και κύων συνοδοιπορούντες
ΣΟΖ' – Ὄνος καὶ ὀνηλάτης
ΣΟΗ' – Ὄνος καὶ τέττιγες
ΣΟΘ' – Ὄνος νομιζόμενος λέων εἶναι
ΣΠ' – Ὄνος παλιούρους ἐσθίων καὶ ἀλώπηξ
ΣΠΑ' – Ὄνος πατήσας σκόλοπα καὶ λύκος
ΣΠΒ' – Ὀρνιθοθήρας καὶ ἄγριαι καὶ ἥμεραι περιστεραί
ΣΠΓ' – Ὀρνιθοθήρας καὶ κορύδαλος
ΣΠΔ' – Γεωργὸς καὶ πελαργός
ΣΠΕ' – Ὀρνιθοθήρας καὶ πέρδιξ
ΣΠΣΤ' – Ὄρνις καὶ χελιδών
ΣΠΖ' – Ὄρνις χρυσοτόκος
ΣΠΗ' – Οὐρὰ καὶ μέλη ὄφεως
ΣΠΘ' – Ὄφις καὶ γαλῆ καὶ μύες
Σϟ' – Ὄφις καὶ καρκῖνος
ΣϟΑ' – Ὄφις πατούμενος καὶ Ζεύς
ΣϟΒ' – Παιδίον ἐσθίον σπλάγχνα
ΣϟΓ' – Παῖς ἀκρίδας θηρεύων καὶ σκορπίος
ΣϟΔ' – Παῖς καὶ κόραξ
ΣϟΕ' – Παῖς καὶ λέων γεγραμμένος
ΣϟΣΤ' – Παῖς κλέπτης καὶ μήτηρ
ΣϟΖ' – Παῖς λουόμενος
ΣϟΗ' – Παρακαταθήκην εἰληφὼς καὶ Ὅρκος
ΣϟΘ' – Μήτηρ καὶ θυγατέρες
Τ' – Πέρδιξ καὶ ἄνθρωπος
ΤΑ' – Περιστερὰ διψῶσα
ΤΒ' – Περιστερὰ καὶ κορώνη
ΤΓ' – Πῆραι δύο
ΤΔ' – Πίθηκος καὶ ἁλιεῖς
ΤΕ' – Πίθηκος καὶ δελφίς
ΤΣΤ' – Πίθηκος καὶ κάμηλος
ΤΖ' – Μιμώ
ΤΗ' – Πλέοντες
ΤΘ' – Πλούσιος καὶ βυρσοδέψης
ΤΙ' – Πλούσιος καὶ θρηνῳδοί
ΤΙΑ' – Ποιμὴν καὶ θάλασσα
ΤΙΒ' – Ποιμὴν καὶ σκύλαξ
ΤΙΓ' – Ποιμὴν καὶ λυκιδεῖς
ΤΙΔ' – Ποιμὴν καὶ λύκος σὺν κυσὶ τρεφόμενος
ΤΙΕ' – Ποιμὴν καὶ λύκου σκύμνος
ΤΙΣΤ' – Ποιμὴν καὶ πρόβατα
ΤΙΖ' – Ποιμὴν λύκον εἰς μάνδραν εἰσάγων καὶ κύων
ΤΙΗ' – Ποιμὴν παίζων
ΤΙΘ' – Πόλεμος καὶ Ὕβρις
ΤΚ' – Ποταμὸς καὶ βύρσα
ΤΚΑ' – Χήρα καὶ πρόβατον
ΤΚΒ' – Προμηθεὺς καὶ ἄνθρωποι
ΤΚΓ' – Ῥόδον καὶ ἀμάραντον
ΤΚΔ' – Ῥοιὰ καὶ μηλέα καὶ ἐλαία καὶ βάτος
ΤΚΕ' – Σαλπιγκτής
ΤΚΣΤ' – Σπάλαξ καὶ μήτηρ
ΤΚΖ' – Σῦς ἄγριος καὶ ἀλώπηξ
ΤΚΗ' – Σῦς ἄγριος καὶ ἵππος καὶ κυνηγέτης
ΤΚΘ' – Σῦς καὶ κύων ἀλλήλαις λοιδορούμεναι
ΤΛ' – Σφῆκες καὶ πέρδικες καὶ γεωργός
ΤΛΑ' – Σφὴξ καὶ ὄφις

ΤΛΒ' – Ταῦρος καὶ τράγος
ΤΛΓ' – Ταὼν καὶ γέρανος
ΤΛΔ' – Ταὼς καὶ κολοιός
ΤΛΕ' – Τέττιξ καὶ ἀλώπηξ
ΤΛΣΤ' – Τέττιξ καὶ μύρμηκες
ΤΛΖ' – Τοῖχος καὶ πάλος
ΤΛΗ' – Τοξότης καὶ λέων
ΤΛΘ' – Τράγος καὶ ἄμπελος
ΤΜ' – Ὕαιναι
ΤΜΑ' – Ὕαινα καὶ ἀλώπηξ
ΤΜΒ' – Ὗς καὶ κύων περὶ εὐτοκίας
ΤΜΓ' – Φαλακρὸς ἱππεύς
ΤΜΔ' – Φιλάργυρος
ΤΜΕ' – Χαλκεὺς καὶ κυνάριον
ΤΜΣΤ' – Χειμὼν καὶ ἔαρ
ΤΜΖ' – Χελιδὼν καὶ δράκων
ΤΜΗ' – Χελιδὼν καὶ κορώνη περὶ κάλλους φιλονεικοῦσαι
ΤΜΘ' – Χελιδὼν καὶ ὄρνιθες
ΤΝ' – Χελιδὼν κομπάζουσα καὶ κορώνη
ΤΝΑ' – Χελώνη καὶ ἀετός
ΤΝΒ' – Χελώνη καὶ λαγωός
ΤΝΓ' – Χῆνες καὶ γέρανοι
ΤΝΔ' – Χύτραι
ΤΝΕ' – Πέρδιξ καὶ γαλῆ
ΤΝΣΤ' – Ψύλλα καὶ ἀνήρ
ΤΝΖ' – Ψύλλα καὶ ἄνθρωπος
ΤΝΗ' – Ψύλλα καὶ βοῦς

6.2.17

«Ανθολόγιο» τού Ιωάννη Στοβαίου



Ιωάννης Στοβαίος

Αρχαία Ελληνική Βιβλιογραφία | Πρόσωπα | Ιωάννης Στοβαίος | Έργα του Ιωάννης Στοβαίου
Ο Ιωάννης Στοβαίος έζησε κατά τον πέμπτο μετά Χριστόν αιώνα. Καταγόταν από τους Στόβους, μία εύπορη πόλη τής Μακεδονίας, που βρισκόταν χτισμένη στην συμβολή των ποταμών Εριγώνα και Αξιού. Σ’ αυτή την πόλη ο Ιωάννης – ο οποίος ήταν «γραμματικός», δηλαδή μελετητής τής κλασικής γραμματείας – οφείλει και το επώνυμό του, που σώζεται και με την μορφή «Στοβεύς» (στο Λεξικό Σούδα).
Γιά τον βίο τού Ιωάννη διαθέτουμε ελάχιστες πληροφορίες. Γνωρίζουμε, όμως, ότι είχε έναν γιό, τον Σεπτίμιο, τού οποίου την παιδεία φρόντιζε με ιδιαίτερη επιμέλεια. Υποθέτουμε, επίσης, ότι – τόσο εξαιτίας τού επαγγέλματός του, όσο και λόγω τού έργου που μας κληροδότησε – πρέπει να διέθετε μία αρκετά μεγάλη προσωπική συλλογή βιβλίων τής αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Το πολυσέλιδο «Ανθολόγιο» τού Ιωάννη Στοβαίου φέρει την ονομασία «Εκλογές, Αποφθέγματα, Υποθήκες» και αποτελείται από τέσσερα βιβλία, τα οποία περιέχουν εκλεκτά αποσπάσματα από έργα ποιητών, θεολόγων, φιλοσόφων, ιστορικών και ρητόρων τής αρχαιότητας και των ελληνιστικών χρόνων, καλύπτοντας μία χρονική περίοδο περίπου δώδεκα αιώνων.

Το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο – με μεταφυσικό και με γνωσιολογικό και ηθικό περιεχόμενο αντίστοιχα – έχουν υποστεί σοβαρούς ακρωτηριασμούς, οπότε η ανάγνωσή τους καθίσταται προβληματική. Το τρίτο βιβλίο ασχολείται αποκλειστικά με θέματα ηθικής, ενώ το τέταρτο με θέματα ηθικής, παιδαγωγικής και πολιτικής.

Σύμφωνα με την μαρτυρία τού πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου Α΄ («Μυριόβιβλος»), το έργο τού Ιωάννη έφερε και πρόλογο, συντεταγμένο και χωρισμένο σε δύο κεφάλαια από τον ίδιο τον ακάματο ανθολόγο. Από αυτόν τον πρόλογο σώζεται μόνον ένα μικρό τμήμα.
Το «Ανθολόγιο» συντάχθηκε από τον Ιωάννη γιά χάρη τού γιού του, με σκοπό να βοηθήσει τον νεαρό Σεπτίμιο στην ταχύτερη ανάγνωση και στην επιτυχέστερη μελέτη των καλύτερων και διδακτικότερων αποσπασμάτων τής αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Σήμερα, το ίδιο έργο αποτελεί πολύτιμη πηγή γνώσεων και πληροφοριών, αφού μέσα στις σελίδες του σώζονται χωρία από έργα διάσημων συγγραφέων, των οποίων τα βιβλία δυστυχώς δεν έφτασαν ακέραια μέχρι την εποχή μας.

Η αξία του είναι αδιαμφισβήτητη καθώς χάρη σε αυτόν σώθηκαν αποσπάσματα χαμένων έργων. Ο συγγραφέας θέλοντας να αφήσει στον γιο του Σεπτίμιο μιά παρακαταθήκη σοφίας, ώστε να διορθώσει τα ελαττώματα του χαρακτήρα του, συγκέντρωσε στο έργο του αυτό το απόσταγμα της σοφίας 204 φιλοσόφων και ιστορικών. Το έργο εκτεινόταν σε τέσσερα βιβλία, αλλά δεν σώζεται ολόκληρο και μάλιστα σε αυτό έχουν γίνει μεταγενεστέρως επεμβάσεις. Η πρώτη έκδοση έγινε το 1536 στη Βενετία.

Εργογραφία
Κέρας Αμαλθείας Ιωάννου του Στοβαίου εκλογαί αποφθεγμάτων και υποθηκών Konrad Gesner, Basileae: Officina Jo. Oporini, 1549.
Κέρας Αμαλθείας Ιωάννου του Στοβαίου εκλογαί αποφθεγμάτων και υποθηκών = Joannis Stobaei Sententiae, ex thesauris graecorum delectae / nunc primum a Conrado Gesnero in latinum sermonum traductae, sic ut latinae et graecis e regione respondeant, Conrad Gesner, Basileae : [Oporinus] 1555.
Γνωμολογία ελληνικολατίνη, εξ Ιωάννου του Στωβαίου εκλογών παραινετικών συγκομισθείσα : accesit praeterea όνειρος vel Αλεκτρυών, id est Somnium vel Gallus, dialogus Luciani, per Mich. Neandrum Soraviensem, Soraviensem , M. N. Basileae : Jacobi Parci 1557.
Κέρας Αμαλθείας Ιωάννου του Στοβαίου εκλογαί αποφθεγμάτων και υποθηκών = Joannis Stobaei Sententiae, ex thesauris graecorum delectae : Cyri Theodori dialogus, de amicitiae exilio, opusculum Platoni adscriptum dejusto, aliud ejusdem, an virtus doceri possit. Huic editioni accesserunt (vol.2) ejusdem Ioannis Stobaei eclogarum physicarum et ethicarum libri duo. Item loci communes sententiarum, collecti per Antinium et Maximum monachos, atque ad Stobaei locos relati, Aureliae Allobrogum: Francisco Fabro 1609.
. Αρριανού τέχνη τακτική, ένταξις κατ' Αλανών, περίπλους Πόντου Ευξείνου, περίπλους της Ερυθράς θαλάσσης κυνηγετικός : Επικτήτου εγχειρίδιον του αυτού αποφθέγματα και αποσπάσματα το εν τω Ιωάννου Στοβαίου ανθολόγιο και εν ταις Αγγελίου αγρυπνίαις αυτικόως σωζόμενα / ex recensione Nicolai Blancardi, Blankaart , Nikolaas, Amstelodami: Waesbergios 1683.
Sermones, e MSS. codicibus emendatos et auctos: pars I / Stobaeus Ioannes, edidit Nicolaus Schow, Lipsiae : Weidmann 1797.
Eclogarum Physicarum et Ethicarum libri duo, Stobaeus Ioannes, ad codd. MSS. fidem suppleti et castrigati, annotatione et versione latina instructi ab Arn. Herm. Ludov. Heeren (Arnold Hermann Ludwig), Gottingae: Vandenhoek et Ruprecht, 1792-1801.
Ανθολόγιον = Ioannis Stobaei Florilegium, ad manuscriptorum fidem emendavit et supplevit Thomas Gaisford, Oxonii: Clarendon 1822.
Lectiones Stobenses, sive supplementa lectionum ad Thomae Gaisfordii editionem Florilegii ethici; praemissa est Epistola ad Augustum Meineke, Thomas Gaisford, Jenae: Frommann 1827.
Florilegium: Ad optimorum librorum fidem editum, Stobaeus Ioannes, Lipsiae: Tauchnitz 1838.
Συντομωτέρων Σωκρατικών ρήσεων ή ομιλιών, συλλεγείσεων παρά Ιωάννου Στοβαίου, μετάφρασις εις την καθομιλουμένη και έκδοσις υπό Αναστ. Μαυροκεφάλου, Αναστάσιος Μαυροκέφαλος, Εν Αθήναις: Τυπ. Χριαστοφίδης 1842.
Επικτήτου εγχειρίδιον και αποσπάσματα εκ της ανθολογίας Ιωάννου Στοβαίου, μεταφρασθέντα εις την καθομιλουμένην και εκδοθέντα υπό Αναστασίου Μαυροκεφάλου Καισάρεως, Αναστάσιος Μαυροκέφαλος, Εν Αθήναις: [χ.ε.] 1842.
Εκλογών βιβλία Β' = Ioannes Stobaei eclogarum physicarum libri duo: accedit Hieroclis commentarius in Aurea Carmina Pythagoreorum, ad MSS. codd. recensuit Thomas Gaisford, Thomas Gaisford, Oxonii: [s.n.] 1850.
Ιωάννου Στοβαίου ανθολόγιον = Ioannis Stobaei florilegium, August Meineke, Lipsiae: Teubner 1855-1857.
Eclogarum physicarum et ethicarum libri duo, August Meineke, Lipsiae: Teubner 1860-1864.
Commentatio de Stobaei eclogis, Curt Wachsmuth, Gottingae: Dieterich 1871.
Ioannis Stobaei Anthologium, recensuit C. Wachsmuth et O. Hense, Curt Wachsmuth, Otto Hense, Berolini: Weidmann 1884-1894.
Ο Πλούτος: Όπως τον είδαν οι αρχαίοι, Δημήτριος Βερναρδάκης, Αθήνα: Εστία 1933.
Στοβαίου ανθολόγιον (περί πολιτείας), Ε. Κ. Λιακάκος, Αθήνα: Ι. Π. Ζαχαρόπουλος, 1940.
Stobaeana / Νίκος Κονόμης, Αθήνα: [χ.ε.] 1957.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΙΑΜΑΤΙΚΩΝ ΛΟΥΤΡΩΝ ΚΑΙ Η ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥΣ ΣΕ SPA

Τα νερά των φυσικών ή ιαματικών πηγών είναι νερά, που πηγάζουν μέσα από πετρώματα και βράχους που βγαίνουν από τα έγκατα της γης. Είναι εμπλ...