Η αρχαία Σαγαλασσός ήταν γνωστή λόγω του πλούτου και της ευημερίας της. Αποτελούσε σημαντικό εμπορικό σταθμό. Διέθετε όλα τα υλικά, από τα κοντινά βουνά, για την ανοικοδόμηση. Ταυτόχρονα, το οροπέδιο που σχηματιζόταν μπροστά της ήταν πολύ έφορο. Δυστυχώς κάποιοι ισχυροί σεισμοί έγιναν η αιτία να καταστραφεί.
Οι κλιματολογικές και γεωλογικές συνθήκες της περιοχής, βοήθησαν, ωστόσο, να διατηρηθεί –έστω και θαμμένη- σε καλή κατάσταση. Τα ευρήματα που ήρθαν στην επιφάνεια ήταν σε πολλή καλή κατάσταση.
The Late Hellenistic fountain house, 50 - 25 AD
Ιστορία
Η Σαγαλασσός ήταν μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Πισιδίας, που γνώρισε μεγάλη ακμή λόγω της ευνοϊκής της θέσης και των άφθονων φυσικών πόρων της. Καταλήφθηκε το 334 π.Χ. από το Μεγάλο Αλέξανδρο και έκτοτε αναδύθηκε στο ιστορικό προσκήνιο. Στα χρόνια των διαδόχων, βρισκόταν κυρίως υπό την κηδεμονία των Σελευκιδών. Με την ειρήνη της Απάμειας (188 π.Χ.) η Σαγαλασσός παραχωρήθηκε από τους Ρωμαίους στην Πέργαμο. Κατά τους Αυτοκρατορικούς χρόνους η πόλη γνώρισε τη μέγιστη ακμή της και έγινε η ισχυρότερη πόλη της περιοχής. Στο χώρο σώζονται σήμερα σημαντικά οικοδομικά κατάλοιπα των δημόσιων κτηρίων της αρχαίας πόλης, που χρονολογούνται στους Ελληνιστικούς και τους Ρωμαϊκούς χρόνους.
Χετιτικά γραπτά αναφέρονται σε ένα ορεινό μέρος με το όνομα Salawassa τον 14ο αιώνα π.Χ., ενώ η πόλη αναπτύχθηκε κατά τον φρυγικό και λυδικό πολιτισμό. Η Σαγαλασσός ήταν μέρος της Πισιδίας στη δυτική μεριά της οροσειράς του Ταύρου.
Οι Μυκηναίοι: αποίκισαν συστηματικά την περιοχή λίγο μετα το 1200 π.Χ. Κατά την περίοδο της Περσικής Αυτοκρατορίας η Πισιδία έγινε γνωστή για τις πολεμοχαρείς φατρίες της.
Η Σαγαλασσός ήταν μια από τις πλουσιότερες πόλεις της Πισιδία όταν την κατέκτησε ο Μέγας Αλέξανδρος το 333 π.Χ. στην πορεία του προς την Περσία. Είχε πληθυσμό που αριθμούσε τις μερικές χιλιάδες. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, η περιοχή περιήλθε διαδοχικά στα εδάφη του Αντίγονου, ίσως του Λυσίμαχου, των Σελευκιδών της Συρίας, και στη Δυναστεία των Ατταλιδών της Περγάμου. Τα αρχαιολογικό ιστορικό φανερώνει ότι ο ντόπιος πληθυσμός υιοθέτησε γρήγορα την ελληνιστική κουλτούρα.
Μετά τους Ατταλίδες, η Πισιδία έγινε μέρος της Επαρχίας της Ασίας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το 39 π.Χ. δόθηκε στον υποτελή βασιλιά της Γαλατίας Αμύντα, αλλά μετά το θάνατό του το 25 π.Χ., η Ρώμη την ενέταξε στην Επαρχεία της Γαλατίας. Κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η Σαγαλασσός έγινε σημαντικό αστικό κέντρο, που απολάμβανε την εύνοια ειδικά του Αυτοκράτορα Αδριανού, ο οποίος την ονόμασε "πρώτη πόλη" της Επαρχίας και κέντρο της λατρείας του Αυτοκράτορα. Κτήρια εκείνης της περιόδου έχουν ρωμαϊκό χαρακτήρα.
Γύρω στα 400 μ.Χ. η Σαγαλασσός οχυρώθηκε. Η πόλη υπέστη εκτεταμένη καταστροφή από σεισμό το 518, και η πανούκλα περίπου το 541 με 543 αποδεκάτισε τον τοπικό πληθυσμό. Αραβικές επιδρομές γύρω στο 640 απείλησαν την πόλη, και μετά δεύτερο καταστροφικό σεισμό στα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ. η τοποθεσία εγκαταλείφθηκε. Ο πληθυσμός πιθανόν εγκαταστάθηκε στην πεδιάδα. Ανασκαφές έχουν φέρε στο φως μόνο ίχνη ενός οχυρωμένου μοναστηρίου –ίσως μέρος θρησκευτικής κοινότητας, το οποίο καταστράφηκε τον 12ο αιώνα. Η Σαγαλασσός χάθηκε από τα ιστορικά αρχεία.
Στους επόμενους αιώνες, η διάβρωση κάλυψε την Σαγαλασσό. Δεν λεηλατήθηκε σε μεγάλο βαθμό από αρχαιοκάπηλους και λαθρανασκαφές, πιθανόν λόγο της (απόμακρης) τοποθεσίας της.
Ο εξερευνητής Paul Lucas, που ταξίδευε στην Τουρκία σε αποστολή για την αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ', επισκέφτηκε τα ερείπια της πόλης το 1706. Μετά το 1824, όταν ο Francis Vyvyan Jago Arundell (1780 - 1846), Βρετανός ιερέας στη Σμύρνη και αρχαιοδίφης, επισκέφτηκε την τοποθεσία και ανακάλυψε το όνομα της πόλης από επιγραφές , Δυτικοί εξερευνητές άρχισαν να επισκέπτονται τα ερείπια. Ο Πολωνός ιστορικός της τέχνης κόμης Karol Lanckoroński έφτιαξε τον πρώτο χάρτη της Σαγαλασσού. Παρόλ’ αυτά, η τοποθεσία δεν ήταν στο επίκεντρο της αρχαιολογικής προσοχής μέχρι το 1985, όταν Αγγλό-Βεγλική ομάδα υπό τον Stephen Mitchell ξεκίνησε μεγάλη έρευνα στην τοποθεσία.
Περιγραφή
Ἡ τρίτη ἀπό τίς σπουδαιότερες πόλεις τῆς Πισιδίας Σαγαλασσός ἤ Σαγλασσός ἤ Σελλησός (σήμερα Ἀγλασοῦν ἤ Ἀγλασίν ἤ Σαγλασήν) βρισκόταν στή βόρεια Πισιδία στό ὄρος Σαγαλασσός, σέ θέση ὀχυρότατη πάνω ἀπό τίς ἐκβολές τοῦ Κέστρου (Ἀκ-σοῦ). Ἀπό διάφορες Αἰγυπτιακές πηγές γνωρίζουμε πώς στά τέλη τοῦ 15ου π.Χ. αἰώνα (1410 π.Χ.) ἕνα ἀπό τά ἰσχυρότερα φύλα τῆς περιοχῆς αὐτῆς ἦσαν οἱ Σαγαλάσσα, πού ἴσως ἔδοσαν τό ὄνομά τους στήν πόλη. Οἱ λαοί αὐτοί φέρονται, καθώς εἴδαμε προηγουμένως, σάν συγγενεῖς ἤ ὁπωσδήποτε σύμμαχοι τῶν Χετταίων ὅταν τό 1280 π.Χ. συνεκστρατεύουν μέ τό βασιλιά τους Χατουζίλ ἐναντίον τῆς Συρίας.
Ἄν πάρει κανείς ὑπ᾽ὄψη του τήν τεράστια ἔκταση τῶν ἐρειπίων της, τό εἶδος τῶν κτισμάτων καί τίς ἐπιγραφές, μπορεῖ, νά κατανοήσει εὔκολα γιατί ἀπό τήν ἐποχή ἀκόμα τοῦ Ἀντωνίνου τοῦ Εὐσεβοῦς (138-161 π.Χ.) ἡ Σαγαλασσός διεκδικοῦσε τήν πρώτη θέση ἀνάμεσα σέ ὅλες τίς πόλεις τῆς Πισιδίας. Νόμισμα μέ τήν ἐπιγραφή γύρω ἀπό τήν μορφή τοῦ Διονύσου ΠΡΩΤΗ ΠΙΣΙΔΩΝ-ΦΙΛΗ ΣΥΜΜΑΧΟΣ, ἀλλά καί πλῆθος ἐπιγραφές ὅπως π.χ. ἀπό ἐπιστύλιο ναοῦ : Η ΛΑΜΠΡΑ ΣΑΓΑΛΑΣΣΕΩΝ ΠΟΛΙΣ ΠΡΩΤΗ ΠΙΣΙΔΙΑΣ ΦΙΛΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΑΧΟΣ ΡΩΜΑΙΩΝ ΚΑΘΙΕΡΩΣΕΝ. Ὡστόσο ὕπαρξη «κοινοῦ» τῆς Πισιδίας πού θά εἶχε τήν ἕδρα του σέ αὐτή σάν μητρόπολη δέν ἔχει μέχρι σήμερα διαπιστωθεῖ. Οἱ κάτοικοι της, δωρικῆς καταγωγῆς, περισσότερο φιλοπόλεμοι ἀπό τούς ὁμόφυλους τους Σελγεῖς, φαίνονται λιγότερο ἀναπτυγμένοι ἐμπορικά, λόγω ἵσως τῆς ὀχυρῆς θέσης της. Τόν 6ο αἰώνα π. Χ. ἡ πόλη ἀναφέρεται σάν μιά ἀπό τίς 26 πόλεις τῆς Πισιδίας, χωρίς ὅμως, ὅπως φαίνεται, ἰδιαίτερο ἱστορικό ἐνδιαφέρον, ἐνῶ στά ἐκκλησιαστικά χρονικά εἶναι ἡ πρώτη ἐπισκοπή τῆς ἀρχιεπισκοπῆς Ἀντιοχείας Πισιδίας. Ἀπό τήν ἀρχαία Σαγαλασσό σήμερα ἐλάχιστα μόνο ἐρείπια (Ἀκρόπολης, θεάτρου, ἀγορᾶς, ναῶν καί τάφων) σώζονται, πιθανόν λόγω κάποιου δυνατοῦ σεισμοῦ, πού δέν ἄφησε τίποτα ὄρθιο.1
Μνημεία
Ελληνιστική κρήνη
Ηρώον
Το Ηρώο στο νοτιοδυτικό τομέα, Σαγαλασσός, Τουρκία
Bruno Vandermeulen, Danny Veys Semra Mägele, Julian Richard and Marc Waelkens, "A Late-Hadrianic Nymphaeum at Sagalassos (Pisidia, Turkey): A preliminary report", Istanbuler Mitteilungen 57 (2007), 469-504 https://www.facebook.com/sagalassosproject http://www.wikipedia.org/ http://whc.unesco.org http://www.tursaga.com http://www.sagalassos.be https://www.flickr.com/photos/carolemage/sets/72157633189484139/
Sagalassos is an impressive archaeological site set in a magnificent mountain landscape, 7 km to the north of the nearest town of Ağlasun (province of Burdur, SW Turkey). The archaeological remains are spread along the south facing terraces of the mountain slopes.
Sagalassos site, which was the metropolis of Pisidia, is located in the high country of Ağlasun, east of Burdur, and has extensive late Hellenistic and Roman remains. The current program of investigation began in 1985 with surveys by a British/Belgian team led by Stephen Mitchell and Marc Waelkens. Since 1990 Sagalassos has been investigated in more detail, using a combination of survey, full-scale excavation and environmental and geomorphological research, by Waelkens.
The Late Hellenistic fountain house, 50 - 25 AD
Türkçe
Kazı çalışmalarının başlangıcı olan 1990'dan itibaren, Sagalassos'taki arkeolojik araştırma, anıtsal şehir yapıları ile arkeolojiyi daha çok temsil eden heykel ya da benzeri sanat eserlerine odaklanan klasik arkeoloji geleneklerinden ayrılmak niyetindeydi. Bu konulara da gerekli özen gösterilse de, alana uygulanan genel yaklaşım, doğası ne olursa olsun günümüze kadar korunmuş her türlü kanıtsal malzemenin örneklerinin alınıp ve incelendiği ve bu sayede antik dönemdeki çevrenin ve gündelik hayatın her yönünün belgelendiği dallararası bir yaklaşımdır. Sagalassos Arkeolojik Araştırma Projesinin esas hedefi Sagalassos kentinin çevresi ile ilişkili olarak kökenini, büyümesini ve sonunda çöküşünü araştırmaktır. Arkeolojik Araştırma Projesi bir yandan şehrin 1800 km2 genişliğindeki kontrol sahasındaki yerleşim geçmişini, yöresel doğadan nasıl etkilendiğini ve aynı zamanda doğayı nasıl değiştirdiğini belirlemeye çalışmaktadır. Diğer yandan insanların yaşama yöntemleri, ekonomisi, ticaret düzenleri ve kentin sosyal geçmişi araştırılmaktadır. Bu dallararası yaklaşım sayesinde jeologlar (mineral kaynaklarını çalışıp, çanak çömleklerin örneklerini alıp inceleyerek), jeomorfologlar (alan dahilinde arazi şekillerini, tortulaşmayı ve erozyonu inceleyerek), ve arkeozoologlar (yaşam düzenlerini, ve hayvanların ekonomide kullanımı ile geride bıraktıkları ekolojik izleri inceleyerek) en baştan itibaren projenin içinde bulunmuşlardır. Bu 19 seneden daha uzun süredir devam eden dallararası işbirliği, Sagalassos'un gelişiminin fiziksel ve kültürel özellikleri hakkında bir bilgi hazinesi ortaya çıkarmıştır.
-------------
History
Around the fourteenth century BC, the Sagalassos area fell under Luwian influence and there are signs of imports from Mycenaean Greece or its colonies. Shortly after 1200 BC, the great empires of the Bronze Age fell and were succeeded by the Phrygians, the Lydians, and finally the Persians. Different groups evolved out of the former Luwian states. One of these were the Pisidians, who also inhabited the Sagalassos region.
Hellenizing influences in Pisidia were already felt in the time of the Persians, and perhaps also reached Sagalassos. This evolution was accelerated and strengthened after Alexander the Great passed through the region. Under his successors in the Roman period, Sagalassos became, much faster than some other Pisidian cities, a polis resembling the ‘city-states’ of ancient Greece. This ‘progressive’ development probably occurred at the expense of the ‘conservative’ neighbouring settlement of Düzen Tepe.
Sagalassos was one of the wealthiest cities in Pisidia when Alexander the Great conquered it in 333 BCE on his way to Persia. It had a population of a few thousand. After Alexander's death, the region became part of territories of Antigonus Monophthalmus, possibly Lysimachus of Thrace, the Seleucids of Syria and the Attalids of Pergamon. Archeological record indicates that locals rapidly adopted Hellenic culture.
The first Roman emperor, Augustus, was probably the most influential character in the story of Sagalassos. Not that he was directly involved in the city, but under his reign there was peace, the investment climate was favourable, the tax system was reformed, a road connected Sagalassos to the sea, and the population grew strongly.
The climate was also warmer and wetter, allowing olive cultivation 500 m higher up the intramontane valleys than today. The local elite immediately saw the opportunities offered by this new context, particularly in economic terms. Unlike the rest of Pisidia, Sagalassos drew the Roman card without renouncing its identity. The first century was indeed a golden age for Sagalassos
The first (southern) architrave of the Apollo Temple's facade after its restauration in A.D. 103-104. The first line contains the dedication to Apollo Klarios and the divine Augusti, the last one mentions the operation of marble wall veneering (skoutlosis) of the interior walls.
After centuries of Hellenization and Roman rule, a third major change took place in Sagalassos from the fourth century onward: the city became Christian. Significant administrative developments occurred and after a pause in construction of nearly 235 years, building activity resumed at the end of the fourth century. Local elites were less involved in the city than before. From the fifth century on, Christianization widely influenced the architecture of Sagalassos.
Around 400 CE Sagalassos was fortified for defence. An earthquake devastated it in 518 and a plague circa 541-543 halved the local population. Arab raids threatened the town around 640 and after another earthquake destroyed the town in the middle of the seventh century, the site was abandoned. The populace probably resettled in the valley. Excavations have found only signs of a fortified monastery—possibly a religious community, which was destroyed in the twelfth century. Sagalassos disappeared from the records.
In the following centuries, erosion covered the ruins of Sagalassos. It was not looted to a significant extent, possibly because of its location.
In the 7th century AD, the situation had further aggravated due to continuous Arab raids and new epidemics when the city was struck once more with a heavy earthquake, most probably around 590 AD. Despite this disaster, recent research has proven that the city remained occupied until the 13th century in the form of isolated and well-defended hamlets, located on some promontories which maintained the name of the former ancient city. One of these hamlets found on the Alexander's Hill of Sagalassos was destroyed in mid 13th century, by which time Seljuk's had already build a bath and a caravanserai in the village in the valley (Ağlasun). The abandoned ancient city was then rapidly covered under vegetation and erosion layers. As a result of its remote location, Sagalassos was not really looted in later periods and remained to be one of the best preserved ancient cities in the Mediterranean.
Description
The site of Sagalassos remains almost completely preserved, with the monumental structures, where in some cases almost all the original building stones can be recovered. It is an exceptional and unique case to find a middle sized but highly flourished town in such a well preserved state. An interdisciplinary archaeological research conducted on the site for the last nineteen years has documented all layers and kinds of occupation, delivering a coherent set of archaeological and environmental results that contribute to the history of the region. All these remains document at least a thousand years of continuous occupation (3rd century BC-13th century AD).
View from Sagalassos to the valley below, with the Northwest Heroon in the foreground, 1st c.AD
The site, the current town and the region have the exemplary potential to be integrated into the "sustainable rural development strategy" of the Turkish State (State Planning Organization 2006) that covers universally excepted concepts. It can be opened, in a controlled manner, for sustainable alternative tourism options, such as hiking, mountaineering and eco-tourism, ensuring the preservation of unique values it bares. For this purpose, a site management project that takes the wider region into account is in the process of being developed, in collaboration with the scientists of the international archaeological research project.
Site Monuments
Hellenistic fountain house
The Heroon
The Heroon (Funerary Monument) at the northwest corner of the Upper Agora at Sagalassos,Possibly honoring Alexander the Great.According to a sign on the site “inside the monument stood a more than 3 m [10 ft.] high marble statue, perhaps representing a youthful Alexander the Great who had conquered the city in 333 BC.”
Bruno Vandermeulen, Danny Veys Semra Mägele, Julian Richard and Marc Waelkens, "A Late-Hadrianic Nymphaeum at Sagalassos (Pisidia, Turkey): A preliminary report", Istanbuler Mitteilungen 57 (2007), 469-504 https://www.facebook.com/sagalassosproject http://www.wikipedia.org/ http://whc.unesco.org http://www.tursaga.com http://www.sagalassos.be https://www.flickr.com/photos/carolemage/sets/72157633189484139/
Η Αρχαία Θήβα ήταν μία από τις ισχυρότερες αρχαίες ελληνικές πόλεις που κυριάρχησε στον ελλαδικό χώρο για μία μεγάλη περίοδο του τετάρτου αιώνα π.Χ. Ήταν η ισχυρότερη από τις Βοιωτικές πόλεις και κατείχε ηγεμονική θέση στο Κοινό των Βοιωτών.
Η κυρίως επικράτεια της πόλης, η Θηβαΐδα περιλάμβανε την πεδιάδα της Θήβας και τις περιοχές ανατολικότερα, γύρω από την λίμνη Υλίκη και στις ακτές του Βόρειου Ευβοϊκού κόλπου. Με την Θήβα σχετίζεται και ένας από τους σημαντικότερους μυθολογικούς κύκλους της αρχαίας Ελλάδας.
Πυραμίδα -3000 B.C
The modern city contains an Archaeological Museum, the remains of the Cadmea (Bronze Age and forward citadel), and scattered ancient remains. Modern Thebes is the largest town of the regional unit of Boeotia.
Ιστορία
Οι κάτοικοι της αρχαίας Βοιωτίας διέφεραν στην καταγωγή. Στο χώρο της Βοιωτίας, που αρχικά λεγόταν Ωγυγία, έμεναν οι καλούμενοι ‘Εκτηνες. Μετά οι κάτοικοι αυτοί αφανίστηκαν από επιδημία και ήρθαν και κατοίκησαν εκεί οι Υαντες και οι Αονες, τους οποίους ήρθε και κατάκτησε ο Κάδμος με Φοίνικες, τους λεγόμενους Καδμείοι ή Θηβαίους.
Ο Κάδμος ήρθε με Φοίνικες στη Βοιωτία και έκτισε την Καδμεία ή Θήβα το έτος 1255 πριν από το Διόγνητο = το 1519 π.Χ.
Εξήντα χρόνια μετά τα Τρωικά (= το 1149 περίπου π.Χ.) ήρθαν από την Αρνη της Θεσσαλίας οι Βοιωτοί, που έδωσαν και το όνομα τους στην περιοχή, και οι Μινύες.
Τα πρώτα χρόνια υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ των Καδμείων και των Μινύων που οδηγούσε συχνά σε σύγκρουση τον Ορχομενό και την Θήβα. Σταδιακά στο χώρο της Βοιωτίας κυριάρχησε η Θήβα και το 550 π.Χ. περίπου, οι πόλεις της Βοιωτίας ενώθηκαν σε μία ομοσπονδία που ονομάστηκε Κοινό των Βοιωτών και στο οποίο ηγεμονική θέση κατείχε η Θήβα. Οι Βοιωτοί εκπροσωπούνταν στο Αμφικτυονικό συνέδριο των Δελφών με δύο ψήφους.
Το 506 π.Χ. οι Θηβαίοι επιχείρησαν να επιβάλλουν την κυριαρχία τους στις Πλαταιές τις οποίες υπερασπίστηκαν οι Αθηναίοι με αποτέλεσμα η πόλη να διατηρήσει την ανεξαρτησία της. Οι Πλαταιείς τότε αποχώρησαν από το Κοινό των Βοιωτών και έγιναν σύμμαχοι των Αθηναίων.
Οι Καδμείοι ή Θηβαίοι κατά τους Περσικούς πολέμους (κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Ξέρξη το 480 και 479 π.Χ.) μήδισαν, επειδή δεν ήσαν Έλληνες, αλλά βαρβαρικής καταγωγής, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Ωστόσο ο Πλούταρχος («Ηθικά – Περί του Ηροδότου Κακοήθειες») λέει ότι ο Ηρόδοτος λέει «κακοήθειες (ο χαρακτηρισμός είναι του Πλούταρχου), γιατί οι Θηβαίοι ήσαν Έλληνες και απλώς μήδισαν, επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς.
Στη μάχη των Πλαταιών οι Θηβαίοι πολέμησαν στο πλευρό των Περσών. Το Θηβαϊκό σώμα αποκρούστηκε από τους Αθηναίους και κλείστηκε στα τείχη της Θήβας. Δέκα μέρες μετά οι σύμμαχοι πολιόρκησαν την Θήβα και απαίτησαν την τιμωρία των όσων μήδισαν. Οι αρχηγοί των Θηβαίων τελικά παραδόθηκαν και εκτελέστηκαν, ενώ η πόλη δεν καταστράφηκε καθώς οι σύμμαχοι θεώρησαν πως για τον μηδισμό της πόλης ευθυνόταν μόνο η ηγεσία της και όχι ο λαός της Θήβας. Αφαιρέθηκε όμως από την Θήβα η ηγεμονική θέση που κατείχε στο Κοινό των Βοιωτών
Μετά τα περσικά η Σπάρτη εξελίσσεται σε πρώτη δύναμη στη ξηρά σε όλο τον αρχαίο γνωστό κόσμο και η Αθήνα στη θάλασσα. Προ αυτού αρχίζει μεταξύ τους ένας ανταγωνισμός για τα πρωτεία που δεν θα αργήσει να οδηγήσει και σε μια σειρά από εμφύλιους πολέμους, μεγαλύτερος των οποίων ήταν ο καλούμενος Πελοποννησιακός, κάτι που εξουθένωσε και τους δυο με επακόλουθο να χάσουν την ηγεμονία και της Ελλάδας και του αρχαίου γνωστού κόσμου.
Ειδικότερα μετά τα Περσικά, η Αθήνα αφενός βάζει φόρο υποτέλειας στους Θηβαίους, επειδή είχαν μηδίσει, και αφετέρου ως πρώτη δύναμη που είχε αναδειχθεί στη θάλασσα ήθελε να ηγεμονεύσει των Ελλήνων αντί των Σπαρτιατών. Προ αυτού οι Σπαρτιάτες, που δεν ήθελαν να χάσουν τα πρωτεία, ζητούν από τους Πέρσες και τους Θηβαίους να τους βοηθήσουν για να καταβάλουν τους Αθηναίους. Οι Θηβαίοι (επειδή ήθελαν την ελευθερία τους) και οι Πέρσες (επειδή ήθελαν αφενός να έχουν την κηδεμονία των μικρασιατικών πόλεων που έλεγχε η Αθήνα και αφετέρου να έρθουν και πάλι στο προσκήνιο).
Προ αυτού οι Σπαρτιάτες υποχρέωσαν όλες τις Βοιωτικές πόλεις να δεχτούν την ηγεμονία της Θήβας. Οι Αθηναίοι τότε εκστράτευσαν εναντίον των Βοιωτών και συγκρούστηκαν με αυτούς στην Τανάγρα το 457 π.Χ. Στη μάχη της Τανάγρας επικράτησαν οι Βοιωτοί και οι Σπαρτιάτες σύμμαχοί τους. Λίγους μήνες μετά όμως οι Αθηναίοι επανήλθαν και νίκησαν τους αντιπάλους τους στα Οινόφυτα
Η Βοιωτία πέρασε για ένα μικρό διάστημα στον έλεγχο της Αθήνας μέχρι το 447 π.Χ. όποτε οι Αθηναίοι ηττήθηκαν από τους Θηβαίους στη μάχη της Κορώνειας.
Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου οι Βοιωτοί τάχτηκαν στο πλευρό της Πελοποννησιακής συμμαχίας με εξαίρεση τις Πλαταιές, τις οποίες πολιόρκησαν οι Θηβαίοι οι οποίοι κατά την πρώτη πολιορκία δεν κατάφεραν να καταλάβουν την πόλη. Την πόλη πολιόρκησαν δύο χρόνια μετά οι Σπαρτιάτες οι οποίοι την κατέλαβαν μετά από δύο χρόνια πολιορκίας, το 427 π.Χ. Οι Πλαταιείς εγκατέλειψαν την πόλη τους και κατέφυγαν στην Αττική. Οι Βοιωτοί με στρατηγό τον Παγώνδα νίκησαν τους Αθηναίους στη μάχη του Δηλίου, το 424 π.Χ. αποτρέποντας τους Αθηναίους να καταλάβουν την περιοχή.
Αποφασιστική ήταν η σύγκρουση των δυο πόλεων στη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς το 405 π.Χ. που κατέληξε με συντριβή του αθηναϊκού στόλου από τους Σπαρτιάτες και έτσι η Σπάρτη έγινε στο εξής η μοναδική υπερδύναμη και ο μοναδικός ηγεμόνας του αρχαίου γνωστού κόσμου.
Με τη λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου οι Θηβαίοι δεν έμειναν ικανοποιημένοι από την ηγεμονική πολιτική που ακολούθησε η Σπάρτη και εντάχθηκαν στον αντισπαρτιατικό συνασπισμό που σχηματίστηκε αργότερα και οδήγησε στον Κορινθιακό πόλεμο.
Ειδικότερα το 400 – 387 π.Χ. οι Σπαρτιάτες στέλνουν το στρατηγό Αγησίλαο στη Μ. Ασία με συμμαχικό στρατό, για να δει τι θα γίνει με τις εκεί ελληνικές αποικίες, τις οποίες ενοχλούσαν οι Πέρσες. Τότε οι Πέρσες υποκινούν αντισπαρτιατικό ρεύμα στην Ελλάδα μέσω των Θηβαίων. Οι Θηβαίοι νικούν την Σπάρτη στην Αλίαρτο το 395 π.Χ. και συμμαχούν με τους Αθηναίους, επειδή αυτοί έτσι τους δινόταν η ευκαιρία να βγουν και πάλι στο προσκήνιο. Προ αυτού και προτού προλάβει να διαλύσει το Περσικό κράτος, ο Αγησίλαος επιστρέφει στην Ελλάδα και δίνει μάχη με το συνασπισμό Αθηναίων και Θηβαίων στην Κόρινθο το 394 π.Χ. και νικιέται. Στη συνέχεια βλέποντας οι Σπαρτιάτες ότι οι Αθηναίοι αναπτύσσονται στέλνουν στην Περσία τον στρατηγό Ανταλκίδα να υπογράψει συνθήκη ειρήνης, κάτι που έγινε το 387 π.Χ., η καλούμενη Ανταλκίδειος ειρήνη.
395 - 386 π.Χ. «Κορινθιακός πόλεμος» στον οποίο οι Αθηναίοι συμμετέχουν με τους στρατηγούς Κόνων και Ιφικράτη.
377 π.Χ. Ίδρυση της δεύτερης αθηναϊκής συμμαχίας με σκοπό την αντιμετώπιση της εξάπλωσης της σπαρτιάτικης επιρροής.
Το 375 π.Χ. οι Θηβαίοι εισέβαλαν στον Ορχομενό τον οποίο υπερασπίστηκαν οι Σπαρτιάτες. Οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν στη γειτονική πόλη Τεγύρα και στη μάχη που ακολούθησε οι Θηβαίοι επικράτησαν. Επικεφαλής των Θηβαίων σε αυτή τη μάχη ήταν ο Πελοπίδας. Το 372 π.Χ. κατέλαβαν για μία ακόμα φορά τις Πλαταιές και την επόμενη χρονιά τις Θεσπιές ολοκληρώνοντας την ανάκτηση της ηγεμονίας τους σε ολόκληρη τη Βοιωτία.
Οι κινήσεις αυτές των Θηβαίων όμως οδήγησαν σε δημιουργία συνασπισμού εναντίον τους που αποτελούταν από τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες. Οι Σπαρτιάτες με επικεφαλής τον Κλεόμβροτο βάδισαν εναντίον της Θήβας και οι δύο αντίπαλοι συγκρούστηκαν στα Λεύκτρα
Το 371 π.Χ. γίνεται η μάχη των Λεύκτρων μεταξύ Σπαρτιατών και Θηβαίων κατά την οποία ηττήθηκε η Σπάρτη και έτσι πλέον τερματίζεται η ηγεμονία της Σπάρτης. Η σημαντική νίκη των Θηβαίων οφείλονταν στη στρατηγική μεγαλοφυΐα του Επαμεινώνδα, που εφάρμοσε με επιτυχία το σύστημα της λοξής φάλαγγας και την ανδρεία του Ιερού Λόχου, που είχε οργανώσει και διοικούσε ο Πελοπίδας. Για εννέα περίπου χρόνια μετά τη μάχη των Λεύκτρων, η Θήβα γίνεται η πρώτη δύναμη στην Ελλάδα. Στη συνέχεια διατηρεί την ηγεμονία της στο χώρο της Βοιωτίας μέχρι την κάθοδο των Μακεδόνων
Νεκροί της Μάχης των Λεύκτρων
Η Ηγεμονία Θήβας τερματίζεται με την ήττα των Θηβαίων και το θάνατο τού Επαμεινώνδα στη μάχη της Μαντινείας το 362 π.Χ. Τότε οι Μακεδόνες με το Φίλιππο στράφηκαν κατά των συνασπισμένων νοτίων Ελλήνων ( Σπαρτιατών, Αθηναίων, Μαντινέων, Ηλείων και Αχαιών) ζητώντας να πάρουν αυτοί την ηγεμονία των Ελλήνων. Μετά τη νίκη του, ο Φίλιππος πέρασε στην Πελοπόννησο, και έγινε δεκτός από όλες τις πόλεις, αλλά όταν έφθασε στη Σπάρτη του απαγόρευσαν να εισέλθει. Ο Φίλιππος δεν προσπάθησε να πάρει την πόλη δια της βίας και έφυγε.
358 - 355 π.Χ. Εξέγερση των συμμάχων των Αθηναίων κατά τον λεγόμενο «Συμμαχικό πόλεμο» και διάλυση της Β΄ Αθηναϊκής συμμαχίας.
349 - 348 π.Χ. Ξεσπάει ο Ολυνθιακός πόλεμος κατά του βασιλιά Φίλιππου που λήγει με τη καταστροφή της Ολύνθου και την ήττα του αθηναϊκού στρατού.
346 π.Χ. Φιλοκράτειος ειρήνη μεταξύ Φιλίππου και Αθήνας. Η συνθήκη όριζε να κρατήσουν οι δύο πλευρές τα κεκτημένα.
Το 356 π.Χ. οι Βοιωτοί συμμετείχαν στον τρίτο ιερό πόλεμο εναντίον των γειτόνων τους Φωκέων ο οποίος έληξε το 346 π.Χ., μετά την ανάμειξη σε αυτόν των Μακεδόνων. Οι Μακεδόνες ενεπλάκησαν και στον τέταρτο ιερό πόλεμο που ξέσπασε το 340 π.Χ. Η ανάμειξή τους στα κοινά της νότιας Ελλάδας ανησύχησε τους υπόλοιπους Έλληνες που συγκρότησαν μία μεγάλη συμμαχία εναντίον τους. Οι αντίπαλοι συνασπισμοί συγκρούστηκαν στη Χαιρώνεια το 338 π.Χ.
Μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) και τη συντριβή των Βοιωτών και των Αθηναίων από τον Φίλιππο, οι Θηβαίοι έχασαν την ηγεμονία τους στο βοιωτικό χώρο. Οι Ιερολοχίτες ενταφιάστηκαν σε ομαδικό τάφο (το Πολυάνδριο, στο σημείο όπου σκοτώθηκαν και επάνω στήθηκε μαρμάρινο λιοντάρι. Στη Θήβα επιβλήθηκε ολιγαρχικό πολίτευμα και στην Καδμεία εγκαταστάθηκε μακεδονική φρουρά.
Μετά τον θάνατο του Φιλίππου η Θήβα επαναστάτησε με αποτέλεσμα να εκστρατεύσει εναντίον της ο Μέγας Αλέξανδρος ο οποίος κατέστρεψε την πόλη (335 π.Χ.). Μόνο η οικία του μεγάλου Θηβαίου λυρικού ποιητή Πίνδαρου σώθηκε της καταστροφής, με εντολή του Μ. Αλεξάνδρου. Την πόλη ανοικοδόμησε πάλι ο Μακεδόνας βασιλιάς Κάσσανδρος το 316 π.Χ.
Το 337 π.Χ. γίνεται συνέδριο των Ελλήνων στην Κόρινθο προκειμένου να εκλέξουν ένα ύπατο αρχηγό, για να εκστρατεύσει εναντίον των Περσών, γιατί ανακατεύονταν και πάλι στα ελληνικά πράγματα, αλλά και για να πάρει εκδίκηση για τα έκτροπα που είχαν δημιουργήσει οι βάρβαροι (Πέρσες, Μήδοι, Φοίνικες κ.α.) επί Ξέρξου στην Ελλάδα. Το συνέδριο εξέλεξε το Φίλιππο το Μακεδόνα ως αρχηγό των Ελλήνων( και μετά τη δολοφονία του το γιο του Αλέξανδρο). Οι Σπαρτιάτες στο συνέδριο αυτό δεν ψήφισαν το Φίλιππο (και μετά το Μ. Αλέξανδρο) ως αρχηγό των Ελλήνων με το αιτιολογικό ότι εκείνοι ηγούνται άλλων και δεν ακολουθούν άλλους.
Μετά το θάνατο του Φιλίππου, οι Θηβαίοι προσπάθησαν να απαλλαγούν από τη μακεδονική φρουρά που είχε εγκαταστήσει εκεί ο Φίλιππος, όμως εκστρατεύει εναντίον τους ο Μ. Αλέξανδρος και καταστρέφει παντελώς την πόλη. Μόνο η οικία του μεγάλου Θηβαίου λυρικού ποιητή Πίνδαρου σώθηκε της καταστροφής, με εντολή του Μ. Αλεξάνδρου. Η πόλη της Θήβας ξαναχτίστηκε το 316 π.Χ. από τον Μακεδόνα βασιλιά Κάσσανδρο.
Το 197 π.Χ. η Θήβα με τις άλλες πόλεις της Βοιωτίας αποστάτησε από τους Μακεδόνες και προσχώρησε στους Ρωμαίους.
Το 86 π.Χ., όταν ο βασιλιάς Μιθριδάτης ξεκίνησε πόλεμο κατά των Ρωμαίων σε Ευρώπη και Ασία, η Βοιωτία τάχθηκε με το μέρος του, για να ξαναγυρίσει στους Ρωμαίους, όταν ο Σύλλας εισβάλλει στη Βοιωτία εκ νέου. Στη συνέχεια η Βοιωτία μετατράπηκε σε στάδιο αγώνων των Ρωμαίων, οι οποίοι διεξάγουν πολλούς εμφύλιους πολέμους. Την περίοδο της ρωμαϊκής κατοχής, η Θήβα και η Βοιωτία γενικότερα γνώρισε μεγάλη παρακμή και μαρασμό.
Βυζαντινή περίοδο
Ο Παυσανίας (Βοιωτικά 7,8) αναφέρει ότι όταν ο Μιθριδάτης άρχισε τον πόλεμο κατά των Ρωμαίων, η Θήβα προσχώρησε σ’ αυτόν και όταν ο Σύλλας εισέβαλε στη Βοιωτία, οι Θηβαίοι φοβήθηκαν και αμέσως άλλαξαν και στράφηκαν προς τη φιλία των Ρωμαίων. Αναφέρει επίσης ότι στις μέρες του όλη η κάτω Θήβα είχε ερημωθεί εκτός από το ιερό, Κατοικούνταν μόνο η Ακρόπολη που την ονόμαζαν Θήβα και όχι Καδμεία.
Βυζαντινή περίοδο
H Βοιωτία την Βυζαντινή περίοδο είχε οικονομική άνθηση. Ιδιαίτερα η Θήβα από το 365 έως το 1204 είχε γίνει πρωτεύουσα του θέματος της Eλλάδος.
Βυζαντινή περίοδο
H πόλη και η ευρύτερη περιοχή εντός ολίγου σχετικά χρόνου, ανέπτυξαν πολλές και ποικίλες εύρωστες βιομηχανίες, έτσι ώστε να είναι η πλουσιότερη, όλων των εκτός Ισθμού πόλεων. Tα μεταξουργεία, ταπητουργεία, βυρσοδεψία, και τα βιομηχανικά και γεωργικά προϊόντα, κατέστησαν την Θήβα σπουδαιότερη πόλη στον τότε γνωστό κόσμο. Ούτε οι επιδρομές των Βουλγάρων (1040) και των Nορμανδών (1147) δεν σταμάτησαν την οικονομική άνθηση της πόλης. O Βασίλειος ο Bουλγαροκτόνος επισκέφθηκε την Θήβα πηγαίνοντας στην Aθήνα και θεμελίωσε τον ναό των Tριών Ιεραρχών, στο σημείο που σήμερα σώζονται τα ερείπια του Αγίου Βασιλείου, κοντά στον Mητροπολιτικό Nαό (Λότζα). H Θήβα κατά τη Βυζαντινή περίοδο υπήρξε έδρα του στρατιωτικού Διοικητή (Δομέστικου), καθώς και πολλών άλλων. Γύρω στο 1199 μ.X., στα χρόνια του Λέοντα του Σγουρού, η Θήβα δέχτηκε μία από τις μεγαλύτερες επιθέσεις, καθώς ο Λέων βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αυτοκράτορα επιζητώντας προσωπικά οφέλη. Ξεχωριστή ήταν στα χρόνια του μεσαίωνα, η παρουσία του Αγίου Iωάννη του Kαλοκτένη, που τιμάται, ως πολιούχος στη Θήβα, με την επωνυμία Νέος Ελεήμων.
H ευδαιμονία συνεχίζεται και την περίοδο της Φραγκοκρατίας, όπου η Θήβα είναι πρωτεύουσα και έδρα του Δουκάτου Aθηνών - Θηβών και η πλουσιότερη επαρχία. Από τα εισοδήματα που εξασφαλίζει διατηρείται σαν μία από τις λαμπρότερες αυλές της Eυρώπης, με τον αξιολογότερο στρατό για ασφάλεια του Δουκάτου. Σε τέτοιο σημείο ακμής είχε φτάσει η πόλη, που το 1373 μ.X. ο Πάπας Γρηγόριος ο IA' διοργάνωσε πανευρωπαϊκό συνέδριο στη Θήβα, στο οποίο προσήλθαν όλοι οι αυτοκράτορες και βασιλιάδες της Ευρώπης και συζήτησαν για την καταπολέμηση των Τούρκων που απειλούσαν την Ευρώπη. Κατά την περίοδο της δυναστείας των Φράγκων διατηρήθηκαν στην πόλη της Θήβας οι Γαλλικοί οίκοι των Δελαρός και Bρυενίων (1205 - 1311), οι Kαταλανοί βασιλιάδες της Σικελίας και της Aραγωνίας (1311 - 1387) και η κυριαρχία του Iταλικού οίκου Aτζαϊόλι (1387 - 1460). Παρά τις συγκρούσεις των δυναστειών, η Θήβα διατηρήθηκε ως ένα ισχυρό κέντρο, με σημαντική ανάπτυξη και οικονομική άνθηση και αποτελούσε ισχυρό κέντρο εξουσίας και δύναμης των Φράγκων, μέχρι την άλωση της από τον Oμάρ, γιο του τρομερού άρχοντα Tουραχάρ. Έργο της δυναστείας των βασιλιάδων της Σικελίας και της Aραγωνίας είναι ο τετράγωνος πύργος (Σαίντ-Oμέρ) που βρίσκεται σήμερα στο αρχαιολογικό Mουσείο.
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Θήβα είχε δωριστεί στη Bαλιδέ Σουλτάνα. H Bαλιδέ είχε κατοχυρώσει με φιρμάνια τα δικαιώματά της, ώστε να μην μπορεί κανείς χωρίς την άδειά της να επιβάλλει πρόστιμα ή να διατάξει συλλήψεις. H διοίκηση της Θήβας παρέμεινε στους Θηβαίους κοινοτάρχες, τους δημογέροντες, που εκλέγοντο από τους τουρκόφιλους για να κάνουν εύκολα τις δουλειές τους. H βιομηχανία των μεταξωτών και η γεωργία, τα πρώτα χρόνια εξακολουθούν να είναι σε άνθηση, ώστε η Θήβα να συνεχίζει να θεωρείται η πλουσιότερη πόλη. Μετά την παραχώρηση των πλουσιοχώραφων στους Τούρκους αξιωματούχους, άρχισε η πτώση της οικονομικής άνθησης. Οι γεωργοί άρχισαν να εγκαταλείπουν τα πεδινά και να φεύγουν προς τα γειτονικά ορεινά χωριά, επειδή δεν άντεχαν τους φόρους. H παιδεία ήταν ανύπαρκτη και μοναδική πηγή μάθησης ήταν τα μοναστήρια. Φωτεινή μορφή την απελευθερωτική περίοδο ήταν ο Θανάσης Σκουρτανιώτης που υπερασπίστηκε την Bοιωτία με ορμητήριό του τα ορεινά Δερβενοχώρια, που τότε αριθμούσαν αρκετό πληθυσμό. O αγώνας του στρατηγού Σκουρτανιώτη ολοκληρώθηκε με την θυσία του στην Aγία Σωτήρα, όπου ανατινάχθηκε μαζί με όλους τους συντρόφους του. Με τη νικηφόρα μάχη της Πέτρας, υπό την αρχιστρατηγία του Yψηλάντη, ελευθερώθηκε πλέον όλη η Bοιωτία. Μετά την συνθήκη της Aνδριανούπολης το 1829 η Ελλάδα γίνεται ανεξάρτητο κράτος. Στις 22/1/1830 με κοινή συμφωνία των προστάτιδων δυνάμεων δημιουργείται το ανεξάρτητο βασίλειο της Ελλάδας.
Μετά την σύσταση του ελληνικού κράτους, (1830), η Θήβα συνεχίζει να είναι η σπουδαιότερη πόλη της Βοιωτίας, αλλά και της Ελλάδας. Σε όλα τα νεότερα χρόνια επιφανείς Θηβαίοι πολίτες αναδεικνύονται και πρωταγωνιστούν στον πολιτικό στίβο, παίζοντας σημαντικό ρόλο στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τους τριακοσίους νέους ιερολοχίτες (1877) που πολέμησαν για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου., Σημαντική παρέμβαση στην πόλη γίνεται με την εγκατάσταση προσφύγων λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής. Τα σκληρά χρόνια της κατοχής είναι για την Θήβα, όπως για άλλες ελληνικές πόλεις, γεμάτα πείνα, θύματα, στερήσεις και προδοσίες. Σήμερα η Θήβα είναι σημαντική πόλη της Βοιωτίας, έδρα δήμου και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας του νομού.
Ένας από τους περίφημους σφραγιδοκύλινδρους ανατολικής προέλευσης, που βρέθηκαν στο «Δωμάτιο του Θησαυρού» του μυκηναϊκού ανακτόρου των Θηβών, το οποίο καταστράφηκε από φωτιά στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ περιόδο. Η σφραγιστική επιφάνεια καλύπτει όλη την κυρτή όψη του κυλίνδρου και αποτελείται από μια κεντρική παράσταση και επιγραφή σε σφηνοειδή γραφή. Στο κέντρο της παράστασης απεικονίζεται γιγαντόσωμος θεός, που αναδύεται ανάμεσα από δύο κατάφυτα βουνά. Στα χέρια του κρατάει τα ύδατα δύο ποταμών που κυλούν από δύο ανεστραμμένα αρυβαλλόσχημα αγγεία και καταλήγουν σε ένα δεύτερο ζευγάρι αγγείων, τοποθετημένων στις αντίστοιχες κάτω γωνίες του πεδίου. Η επιβλητική μορφή ταυτίζεται με τον ανατολικό θεό Marduk, γιο του Ea. Η τεχνοτροπία της απεικόνισης των μορφών χρονολογεί το σφραγιδόλιθο στην εποχή του βασιλιά Burna-Buriash (1359-1333 π.Χ.) της κασσιτικής δυναστείας της Βαβυλωνίας.
Περιγραφή
Πλήθος σωστικών και λιγότερες συστηματικές ανασκαφές στην περιοχή των αρχαίων Θηβών έφεραν στο φως άφθονα στοιχεία για την ιστορία και την τέχνη της πόλης. Ομως η συνεχής κατοίκηση και η παρουσία μιας δυναμικής σύγχρονης πόλης πάνω από τα αρχαία λείψανα κατέστησαν αδύνατη την πλήρη έρευνα της θέσης. Η κατοίκηση άρχισε στα Νεολιθικά χρόνια (Πυρί) και ο οικισμός ήταν ήδη ισχυρός στην Πρωτοελλαδική (3000 - 2000 π.Χ) και Μεσοελλαδική περίοδο (2000 - 1600 π.Χ). Η πόλη έφθασε σε ύψιστο σημείο μαγαλείου και δύναμης στην Μυκηναϊκή περίοδο (1600-1100 π.Χ.). Η Θήβα ήταν μία αξιόλογη πόλη στα γεωμετρικά και αρχαϊκά χρόνια και στην κλασική περίοδο κέρδισε την "ηγεμονία" της Ελλάδας (371-362 π.Χ.) Μετά την μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) και την πλήρη καταστροφή της από τους Μακεδόνες (335 π.Χ.), η Θήβα ουδέποτε ανέκτησε την παλαιότερη δόξα και δύναμή της.
Πριν το 1900 σποραδικές ανασκαφές έλαβαν χώρα στην περιοχή των Θηβών. Μεταξύ 1906 και 1929 ο Α. Κεραμόπουλλος ανέσκαψε μέρος του μυκηναϊκού ανακτόρου και των οχυρώσεων της Καδμείας, πολλούς μυκηναϊκούς θαλαμοειδείς τάφους και τον ναό του Ισμηνίου Απόλλωνος. Ο Ν. Πλάτων και η Ε. Τουλούπα (1963-5) και αργότερα άλλα μελη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας ανέσκαψαν νέα σπουδαία λείψανα του μυκηναϊκού διοικητικού κέντρου και τμήματα της κάτω πόλης των αρχαίων και μεσαιωνικών χρόνων. Κατά το 1993-95 αποκαλύφθηκε σημαντικός αριθμός (περίπου 250) πινακίδων σε Γραμμική Β γραφή κάτω από την οδό Πελοπίδου ("οπλοθήκη").
Στερεωτικές εργασίες στη Θήβα άρχισαν για πρώτη φορά το 1994 με την στερέωση - αναστήλωση του μνημειώδους θαλαμοειδούς τάφου "των Οιδίποδος Παίδων" στα Καστέλλια. Οι εργασίες συνεχίζονται και θα ολοκληρωθούν στα επόμενα χρόνια.
Το Μυκηναϊκό Ανάκτορο ή Καδμείον (14ος-13ος αιώνας π.Χ.). Ενα από τα σημαντικότερα μυκηναϊκά διοικητικά κέντρα (ανάκτορα) της Ηπειρωτικής Ελλάδος στο κέντρο περίπου της Καδμείας ακρόπολης. Τα διάφορα παραρτήματα και γραφεία του εκάλυπταν μέγα μέρος του φυσικού λόφου των Θηβών.
Τμήματα του ανακτόρου, που ήταν δακοσμημένα με τοιχογραφίες, ανεσκάφησαν από τον Α. Κεραμόπουλλο (1906-1929) και αργότερα (1963-1995) από αρχαιολόγους της Θ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα αρχεία των πήλινων πνακίδων Γραμμικής Β΄γραφής, οι ενεπίγραφοι ψευδόστομοι αμφορείς, το "Δωμάτιο του Θησαυρού" και η "Οπλοθήκη".
Ο ναός του Ισμηνίου Απόλλωνος
Ο ναός του Ισμηνίου Απόλλωνος ανήκει στην σπουδαιότερη λατρεία των Θηβών, μαζί με αυτήν της Δήμητρας Θεσμοφόρου και βρίσκεται στο πευκόφυτο λόφο μεταξύ του νεκροταφείου των Θηβών (Άγιος Λουκάς) και των Ηλεκτρών Πυλών. Ανασκάφηκε από τον Α. Κεραμόπουλλο (1916).
Τα λείψανά του ανήκουν σε ναό με διαστάσεις 21,60 Χ 9,23 μέτρα και έχει κιονοστοιχία 12 Χ 6 που κτίστηκε ίσως μετά την νίκη των Λεύκτρων (371 π.Χ.).Πριν από τον σωζόμενο σήμερα, υπήρχε ο αρχαϊκός και ο γεωμετρικός ναός. Από τον αρχαϊκό ναό σώθηκαν μόνο τμήματα της πήλινης κεράμωσης.
Μυκηναϊκός τάφοι
Οι πύλες της Καδμείας
Οι πύλες της Καδμείας. Από τις επτά μυθολογικές Πύλες των Θηβώς, των οποίων είναι γνωστά από την παράδοση περισσότερα ονόματα, μόνο η είσοδος ανάμεσα στους δύο κυκλικούς πύργους των Ηλεκτρών πυλών σώζεται σήμερα. Κοντά στις Προίτιδες και στις Ομοωίδες διατηρήθηκαν τμήματα του μυκηναϊκού τείχους (ανασκαφές 1915, 1984). Οι υπόλοιπες τοποθετούνται με βάση τις εξόδους της πόλης σε διάφορα σημεία. Οι πύργοι των Ηλεκτρών ανασκάφησαν από τον Α. Κεραμόπουλλο (1908) και χρονολογήθηκαν στην εποχή της ανάκτισης της πόλης από τον Κάσσανδρο (315 π.Χ.).
Τάφος του Ετεοκλή
Epaminondas and Thebes
He was of an honorable family, though left poor...but he was among the best educated among the Thebans; he had been taught to play the harp and to sing to its accompaniment by Dionysius [a famous musician], to play the flute by Olympiodorus, and to dance by Calliphron. For his instructor in philosophy he had Lysis of Tarentum, a Pythagorean, to whom he was so devoted that---young as he was---he preferred the society of a grave and austere old man, instead of companions of his own age. -- Life of Epaminondas by Cornelius Nepos
Born in 418 BCE, Epaminondas was, as noted by the Roman biographer above, a member of a Theban aristocratic family which, though without wealth, granted the future general a superior education. Intellectually and physically endowed, Epaminondas matured during the struggles of Thebes against the hegemonic authority of Sparta. During the Spartan occupation of Thebes, Epaminondas organized the liberation effort from within the city with the support of Athens. Alongside his colleagues Pelopidas and Gorgidas, Epaminondas led the overthrow of the Spartans in Thebes in 379. Following the Theban liberation, Epaminondas became a statesman, elected one of the seven Boeotarch who led the newly established Boiotian Confederacy by 371. In that year, an invasion of Boiotia by Sparta was challenged by Thebes at the Battle of Leuctra. Leading the Theban forces, Epaminondas recognized that the outnumbered Thebans could not defeat the Spartans. Instead, Epaminondas moved the elite Sacred Band unit from the right flank to the left, where, led by Pelopidas, they would engage the Spartan elite. Additionally, the ranks of the Theban phalanxes on the left flank were redoubled in numbers. While the weak Theban right flank was ordered to retreat and regroup continuously, the left flank broke through the Spartan lines and caused massive casualties in their ranks, a consequence of which was the start of the decline of Spartan military power. In 370 Epaminondas invaded the Peloponnese, liberating both Acardia and Messenia from Sparta, and establishing them as regional counterbalances to the waning hegemon. Returning to Thebes, Epaminondas was condemned to death for exceeding the limits of his constitutionally defined powers as Boeotarch. The charges were dropped, enabling a second Peloponnese campaign in 369, after which he was again indicted and acquitted. The efforts of Epaminondas, and his political ally Pelopidas, resulted in the rise of Thebes as the latest, and final, hegemonic city-state in Hellas. With the defeat and death of Pelopidas in 364, Thebes had become the new evil, and thereby rallying point, in Hellenic politics. The second Battle of Mantinea in 362 was both Epaminondas’s finest hour and one of the greatest Hellenic engagements of history. Duplicating the tactics at Leuctra, the Thebans and their allies successfully broke the lines of Sparta and her allies. As the pursuit of the retreating Spartans began Epaminondas fell from a mortal wound. He was, according to the Roman Cicero, "the first man…of Greece."
Πηγές / Βιβλιογραφία / Φωτογραφίες
Herodotus – Histories Angold, Michael (1984) – The Byzantine Empire, 1025–1204 "Detailed census results 2011" (xls 2,7 MB). National Statistical Service of Greece. (Greek) Θῆβαι. Liddell, Henry George; Scott, Robert; A Greek–English Lexicon at the Perseus Project. Πίνακας 3. Πραγματικός πληθυσμός, επιφάνεια και πυκνότητα του πληθυσμού, με διάκριση σε αστικές και αγροτικές περιοχές καθώς και σε πεδινές, ημιορεινές και ορεινές περιοχές. Μέσος σταθμικός των υψομέτρων. (in Greek). Ελληνική Στατιστική Αρχή (Hellenic Statistical Authority). Retrieved 11 December 2013. "Kallikratis law" (in Greek). Greek Ministry of the Interior. August 11, 2010. Retrieved June 8, 2014. Raymoure, K.A. "Thebes". Minoan Linear A & Mycenaean Linear B. Deaditerranean. "The Linear B word te-qa-ja". Palaeolexicon. Word study tool for ancient languages. "KN 5864 Ap (103)". "PY 539 Ep + fr. + fr. + fr. (1)". "TH 65 Wu (γ)". "MY 508 X (unknown)". "TH 140 Ft (312)". DĀMOS: Database of Mycenaean at Oslo. University of Oslo. https://temple.academia.edu/DanielBerman http://www.encyclopedia.com Θήβασδε. Liddell, Henry George; Scott, Robert; An Intermediate Greek-English Lexicon at the Perseus Project. John Buckler, The Theban Hegemony, 371-362 avant J.-C., 1980, ISBN-0674876458. Vasilis Anastopoulos http://www.panoramio.com/user/1876847 Palaima, Thomas G. (2004). "Sacrificial Feasting in the Linear B documents". Hesperia 73: 217–246. Herodotus Bibliography VII:204 ,222,223. http://www.krassanakis.gr Alexander the Great. Encyclopædia Britannica. Plutarch. Phocion. p. 17. http://www.perseus.tufts.edu/hopper/ http://www.bitsofnews.com/
www.facebook.com/probole.thebaikoupolitismou "The Parian Marble". The Ashmolean Museum. Retrieved 12 November 2012. Siculus, Diodorus. "Book XIX, 54". Bibliotheca historica. http://www.wikipedia.org/ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΤΣΩΝΑΣ http://www.panoramio.com/user/4898326?with_photo_id=40078044
Thebes (Ancient Greek: Θῆβαι, Thēbai, Modern Greek: Θήβα, Thíva) is a city in Boeotia, central Greece. It played an important role in Greek myth, as the site of the stories of Cadmus, Oedipus, Dionysus and others. Archaeological excavations in and around Thebes have revealed a Mycenaean settlement and clay tablets written in the Linear B script, indicating the importance of the site in the Bronze Age.
Thebes was the largest city of the ancient region of Boeotia and was the leader of the Boeotian confederacy. It was a major rival of ancient Athens, and sided with the Persians during the 480 BC invasion under Xerxes. Theban forces ended the power of Sparta at the Battle of Leuctra in 371 BC under the command of Epaminondas. The Sacred Band of Thebes (an elite military unit) famously fell at the battle of Chaeronea in 338 BC against Philip II and Alexander the Great. Prior to its destruction by Alexander in 335 BC, Thebes was a major force in Greek history, and was the most dominant city-state at the time of the Macedonian conquest of Greece. During the Byzantine period, the city was famous for its silks.
Ruins of the Thebes' Pyramid -3000 B.C
The modern city contains an Archaeological Museum, the remains of the Cadmea (Bronze Age and forward citadel), and scattered ancient remains. Modern Thebes is the largest town of the regional unit of Boeotia.
History
Thebes was the seat of the legendary king Oedipus and the locale of most of the ancient Greek tragedies—notably Aeschylus’ Seven Against Thebes and Sophocles’ Oedipus the King and Antigone—and of other compilations about the fate of Oedipus, his wife-mother, and his children.
Said to have been occupied originally by Ectenians under the leadership of Ogyges (Ogygus), Thebes is called Ogygion by some classical poets. Greek legend attributes the founding of the ancient citadel, Cadmea, to the brother of Europa, Cadmus, who was aided by the Spartoi (a race of warriors sprung from dragon’s teeth that Cadmus had sown).
The Theban Hegemony, 371 BC - 362 BC,
The building of the celebrated seven-gated wall of Thebes is usually attributed to Amphion, who is said to have charmed the stones into moving by the playing of his lyre. Archaeological evidence indicates that the site was inhabited in both the early and late Bronze ages. The ruined 15th-century-bce Minoan-style palace at Cadmea was adorned with frescoes of Theban women in Minoan dress; some Cretan vases also suggest contacts between Thebes and Knossos in the period 1450–1400 bce. In 1970 clay tablets confirming Mycenaean-Minoan links were found, while the discovery of Mesopotamian cylinder seals in 1964 strengthened the theory that Cadmus introduced writing to Greece.
Thebes rivaled Argolís as a centre of Mycenaean power until its palace and walls were destroyed shortly before the Trojan War (c. 1200 bce). According to tradition, the city was destroyed by the sons of the Seven about whom Aeschylus wrote. Knowledge of succeeding centuries is sparse. Immigration produced a Boeotian mixed stock, including the Aegeids, a Dorian clan, and an oligarchy of large estates was regulated by laws passed about 725. In the 6th century a league of Boeotian cities was formed; it was dominated by Thebes from the 5th century. Hostility to Athens over mutual interest in the Plataea district led in the 5th century to Theban collaboration with Persia and, later, with Sparta. A Theban suggestion at the end (404) of the Peloponnesian War that the Spartans annihilate the Athenians was rebuffed; the two powers clashed, and Sparta, winning, disbanded the Boeotian League (386) and occupied Cadmea (382).
Revolting after 379, Thebes reorganized the league along democratic lines and defeated Sparta at Tegyra (375) and Leuctra (371).
The fallens at battle of Leuctra
For the next 10 years Thebes was the first military power in Greece; its commander Epaminondas invaded the Peloponnese (370–362) and died at the Battle of Mantineia (362). A rapid decline followed, and in 346 civil strife forced Thebes to admit Philip II of Macedonia. Still fickle, Thebes broke confidence with Philip and in 338 was defeated at Chaeronea; the Boeotian League was again dissolved, and Thebes was garrisoned by Macedonian troops. After a massacre and almost total destruction in a fruitless uprising (336) against Alexander the Great, Cassander rebuilt Thebes in 316. The city’s fortunes wavered between independence and subjugation. From about 280 it was once more part of the revived Boeotian League, forming regional alliances as required. For its participation in the Achaean revolt, the city eventually fell under Rome and was stripped of half its territory in 86 by the Roman general Sulla.
The historian Pausanias (2nd century ce) reported Cadmea still inhabited, but the town was overrun by a succession of conquerors and adventurers. In Byzantine and Frankish times it prospered as an administrative and commercial centre, particularly for silk weaving. It had a large Jewish colony in the 12th century.
Byzantine Ruins
Throughout the Turkish occupation (1435–1829), it was only a poor village, and in the 19th century it was destroyed by an earthquake and rebuilt. Few artifacts of its earliest days survive.
Byzantine Ruins
The present city is the chief market town of a rich agricultural plain, trading in wheat, olive oil, wine, tobacco, and cotton, as well as silk manufacture. It is linked by rail to Athens (Athína).
Byzantine Ruins
Among the few ancient ruins are remnants of the city walls, the palace of Cadmus (c. 1450–1350 bce), and the Ismeneion, or temple of Apollo Ismenius.
This is one of the famous cylinder seals of Near Eastern provenance discovered in the 'Treasure Room' in the Mycenaean palace at Thebes, which burned down in the Late Helladic IIIB period. The cylinder's curved surface is entirely carved with a religious scene and an inscription in the cuneiform script. The gigantic figure of a god, standing between two forested mountains, dominates the composition. He holds two rivers that pour out of two elongated vases and into two other vases positioned at the lower corners of the scene. This imposing figure has been interpreted as the Near Eastern god Marduk, son of Ea. The seal has been dated on stylistic grounds to the reign of King Burna-Buriash (1359-1333 BC) of the Babylonian Kassite dynasty.
Description
Several rescue excavations and less systematic work in the area of ancient Thebes yielded an abundance of evidence for the city's history and art. However continuous occupation and the presence of a thriving modern town over the ancient remains rendered impossible a full investigation of the site. Occupation began in Neolithic times (Pyri) and the settlement was already strong in Early Helladic (3000 - 2000 B.C.) and Middle Helladic period (2000 - 1680 B.C.). The city reached its highest point of splendour and power in Mycenaean period (1600-1100 B.C.). Thebes was a considerable settlement in geometric and archaic times and during the classical period gained "the hegemony" over the rest of Greece (371-362 B.C.). After the battle of Chaironeia (338 B.C.) and its complete destruction by the Macedons (335 B.C.). Thebes never regained its former glory and power.
In the years before 1900 only sporadic excavations took place in the area of Thebes. Between 1906 and 1929 A. Keramopoullos excavated remains of the Mycenaean palace and of fortifications on the Kadmeia as well as several mycenaean chamber tombs and the foundations of the Temple of Apollo Ismenios. N. Platon and E. Touloupa (1963-1965) and later other members of the Greek Archaeological Service revealed some important parts of Mycenaean administrative center on the citadel as well as the foundations of ancient and medieval buildings investigated in the Lower town. Quite recently (1993-95) a cospicuous number of clay tablets (c.250) were found in the area of the so-called "Armoury".
Restoration work at Thebes began, for the first time in 1994 with the consolidation and restoration of the monumental chamber tomb of the "Sons of King Oedipus" in the hills of Kastellia. Works continue and will be completed in the few next years.
The mycenaean palace "of Kadmos" (14th-13th c. B.C.). One of the most important mycenaean administrative centres (palaces) of Mainland Greece lays in about the centre of the Kadmeia citadel. Its various wall painted annexes and "departments" covered a great part of the natural hill of Thebes.
Archaeologists at the Theban Mycenaean Palace
Parts of the palace were excavated by A. Keramopoullos (1906-1929) and later (1963-1995) by archaeologists of the 9th Ephorate of Prehistoric and Classical Antiquities. Particularly important are the archives in Linear script B, the inscribed stirrup-jars, the "Room of the Treasure" and the "Armoury".
Temple of Apollo Ismenios
The Temple of Apollo Ismenios, belongs to one most important cult of Thebes (the other was the cult of Demeter Thesmophoros).
It is situated on the pine-covered hill between the cemetery (Aghios Loukas) and the Electran Gates. The temple was excavated by A. Keramopoullos.
Its remains belongs in a temple with dimensions 21,60X9,30 m and columns respectively 12X6, built perhaps after the battle of Leuktra (371 B.C.). Before the 4th B.C. temple, there, in the same place a geometric and late an archaic one. From the latter parts of its terracotta superstructure were found.
Mycenaean tomb
The Gates of Kadmeia
The Gates of Kadmeia. From the seven mythological gates of Thebes, whose names (often more than seven) are known from the tradition, only the entrance between the two circular towers of the Electran Gates are preserved today. In the place of Proitides and Homoloides Gates were preserved sections of the Mycenaean wall (excavations 1915 and 1984). The other gates are hypothetically located with the help of the natural exits from the city. The towers of the Electran Gates were excavated by A. Keramopoullos (1908) and were dated in the time of the city's rebuilding by Kassander (315 B.C.).
Tomb of Eteocles
Epaminondas and Thebes
He was of an honorable family, though left poor...but he was among the best educated among the Thebans; he had been taught to play the harp and to sing to its accompaniment by Dionysius [a famous musician], to play the flute by Olympiodorus, and to dance by Calliphron. For his instructor in philosophy he had Lysis of Tarentum, a Pythagorean, to whom he was so devoted that---young as he was---he preferred the society of a grave and austere old man, instead of companions of his own age. -- Life of Epaminondas by Cornelius Nepos
Born in 418 BCE, Epaminondas was, as noted by the Roman biographer above, a member of a Theban aristocratic family which, though without wealth, granted the future general a superior education. Intellectually and physically endowed, Epaminondas matured during the struggles of Thebes against the hegemonic authority of Sparta. During the Spartan occupation of Thebes, Epaminondas organized the liberation effort from within the city with the support of Athens. Alongside his colleagues Pelopidas and Gorgidas, Epaminondas led the overthrow of the Spartans in Thebes in 379. Following the Theban liberation, Epaminondas became a statesman, elected one of the seven Boeotarch who led the newly established Boiotian Confederacy by 371. In that year, an invasion of Boiotia by Sparta was challenged by Thebes at the Battle of Leuctra. Leading the Theban forces, Epaminondas recognized that the outnumbered Thebans could not defeat the Spartans. Instead, Epaminondas moved the elite Sacred Band unit from the right flank to the left, where, led by Pelopidas, they would engage the Spartan elite. Additionally, the ranks of the Theban phalanxes on the left flank were redoubled in numbers. While the weak Theban right flank was ordered to retreat and regroup continuously, the left flank broke through the Spartan lines and caused massive casualties in their ranks, a consequence of which was the start of the decline of Spartan military power. In 370 Epaminondas invaded the Peloponnese, liberating both Acardia and Messenia from Sparta, and establishing them as regional counterbalances to the waning hegemon. Returning to Thebes, Epaminondas was condemned to death for exceeding the limits of his constitutionally defined powers as Boeotarch. The charges were dropped, enabling a second Peloponnese campaign in 369, after which he was again indicted and acquitted. The efforts of Epaminondas, and his political ally Pelopidas, resulted in the rise of Thebes as the latest, and final, hegemonic city-state in Hellas. With the defeat and death of Pelopidas in 364, Thebes had become the new evil, and thereby rallying point, in Hellenic politics. The second Battle of Mantinea in 362 was both Epaminondas’s finest hour and one of the greatest Hellenic engagements of history. Duplicating the tactics at Leuctra, the Thebans and their allies successfully broke the lines of Sparta and her allies. As the pursuit of the retreating Spartans began Epaminondas fell from a mortal wound. He was, according to the Roman Cicero, "the first man…of Greece."
Sources / Bibliography / Photos
Herodotus – Histories Angold, Michael (1984) – The Byzantine Empire, 1025–1204 "Detailed census results 2011" (xls 2,7 MB). National Statistical Service of Greece. (Greek) Θῆβαι. Liddell, Henry George; Scott, Robert; A Greek–English Lexicon at the Perseus Project. Πίνακας 3. Πραγματικός πληθυσμός, επιφάνεια και πυκνότητα του πληθυσμού, με διάκριση σε αστικές και αγροτικές περιοχές καθώς και σε πεδινές, ημιορεινές και ορεινές περιοχές. Μέσος σταθμικός των υψομέτρων. (in Greek). Ελληνική Στατιστική Αρχή (Hellenic Statistical Authority). Retrieved 11 December 2013. "Kallikratis law" (in Greek). Greek Ministry of the Interior. August 11, 2010. Retrieved June 8, 2014. Raymoure, K.A. "Thebes". Minoan Linear A & Mycenaean Linear B. Deaditerranean. "The Linear B word te-qa-ja". Palaeolexicon. Word study tool for ancient languages. "KN 5864 Ap (103)". "PY 539 Ep + fr. + fr. + fr. (1)". "TH 65 Wu (γ)". "MY 508 X (unknown)". "TH 140 Ft (312)". DĀMOS: Database of Mycenaean at Oslo. University of Oslo. https://temple.academia.edu/DanielBerman http://www.encyclopedia.com Θήβασδε. Liddell, Henry George; Scott, Robert; An Intermediate Greek-English Lexicon at the Perseus Project. John Buckler, The Theban Hegemony, 371-362 avant J.-C., 1980, ISBN-0674876458. Vasilis Anastopoulos http://www.panoramio.com/user/1876847 Palaima, Thomas G. (2004). "Sacrificial Feasting in the Linear B documents". Hesperia 73: 217–246. Herodotus Bibliography VII:204 ,222,223. Alexander the Great. Encyclopædia Britannica. Plutarch. Phocion. p. 17. http://www.perseus.tufts.edu/hopper/ http://www.bitsofnews.com/ www.facebook.com/probole.thebaikoupolitismou "The Parian Marble". The Ashmolean Museum. Retrieved 12 November 2012. Siculus, Diodorus. "Book XIX, 54". Bibliotheca historica. http://www.wikipedia.org/ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΤΣΩΝΑΣ http://www.panoramio.com/user/4898326?with_photo_id=40078044